Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Ernest Hemingway: "Γάτα στη βροχή"

 Στο ξενοδοχείο έμεναν μόνο δύο Αμερικανοί. Απ' όσους συναντούσαν στις σκάλες ανεβαίνοντας για το δωμάτιό τους, δεν γνώριζαν κανέναν. Το δωμάτιό τους βρισκόταν στο δεύτερο όροφο, με θέα τη θάλασσα, αλλά και στο δημόσιο κήπο και στο Μνημείο του Πόλεμου. Στο δημόσιο κήπο είχε τεράστιους φοίνικες και πράσινα παγκάκια. Όταν ο καιρός ήταν καλός, όλο και κάποιος ζωγράφος βρισκόταν εκεί με το καβαλέτο του. Στους ζωγράφους άρεσαν οι ψηλοί φοίνικες και τα φωτεινά χρώματα του ξενοδοχείου, που έκαναν έντονη αντίθεση με τους κήπους και τη θάλασσα. Ιταλοί έρχονταν από μακριά μόνο και μόνο για να δουν το Μνημείο του Πόλεμου. Ήταν από μπρούντζο και γυάλιζε στη βροχή. Έβρεχε. Η βροχή έσταζε από τους φοίνικες. Το νερό μαζευόταν στις λακκούβες του πλακόστρωτου.




Η θάλασσα έμπαινε σ' όλο το μήκος της παραλίας μέσα στη βροχή, γλιστρούσε πάνω στην άμμο ξανά προς τα πίσω και επέστρεφε πάλι για να σβήσει μέσα στη βροχή. Τα αυτοκίνητα που στάθμευαν συνήθως στην πλατεία του Μνημείου είχαν φύγει. Στο κατώφλι τού απέναντι καφέ στεκόταν ο σερβιτόρος και κοίταζε την άδεια πλατεία. Η νεαρή Αμερικάνα στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Ακριβώς κάτω από το παράθυρό της, μια γάτα καθόταν καμπουριάζοντας κάτω από ένα τραπεζάκι που 'σταζε από παντού νερό. Η γάτα προσπαθούσε μάταια να συμπτυχθεί τόσο, ώστε να μη βρέχεται από τις σταγόνες.


 "Θα πάω κάτω, να πάρω το γατάκι", είπε η νεαρή Αμερικάνα.
"Άσε, θα πάω εγώ", προσφέρθηκε ο σύζυγός της, που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
"Όχι, όχι, θα πάω εγώ. Το κακόμοιρο το γατάκι! Κοίτα τι προσπάθεια κάνει να μείνει στεγνό..."
Ο σύζυγος συνέχισε να διαβάζει. Ήταν ξαπλωμένος ανάποδα στο κρεβάτι, με το κεφάλι του στηριγμένο σε δύο μαξιλάρια.
"Μη βραχείς", είπε.
Η γυναίκα του κατέβηκε στην είσοδο και ο ξενοδόχος σηκώθηκε και υποκλίθηκε καθώς εκείνη πέρασε μπροστά από το γραφείο του. Βρισκόταν στο βάθος του γραφείου. Ήταν ένας ηλικιωμένος και μεγαλόσωμος άνθρωπος.
"Il piove", είπε η γυναίκα. Συμπαθούσε τον ξενοδόχο.
"Si, si, signora, brutto tempo. Πολύ κακός καιρός". Στεκόταν πίσω από τον πάγκο του, στο βάθος του μισοσκότεινου δωματίου. Η γυναίκα τον συμπαθούσε. Της άρεσε ο σοβαρός τρόπος με τον οποίο άκουγε όλα τα παράπονα των πελατών του. Της άρεσε η αξιοπρέπειά του. Της άρεσε η συνεχής ετοιμότητά του να την εξυπηρετεί. Της άρεσε ο τρόπος του να είναι ξενοδόχος. Της άρεσαν το ρυτιδωμένο, βαρύ πρόσωπό του και τα μεγάλα χέρια του.
Τον συμπαθούσε. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω. Έβρεχε δυνατότερα. Ένας άνδρας με αδιάβροχο διέσχισε την άδεια πλατεία και χώθηκε στο καφέ. Δεξιά, πίσω απ' τη γωνία έπρεπε να βρίσκεται η γάτα. Ίσως θα μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί στεγνή, προχωρώντας κάτω απ' την υδρορροή.
Πίσω της άνοιξε μια ομπρέλα. Ήταν η καμαριέρα που καθάριζε το δωμάτιό τους."Για να μη βραχείτε" της είπε χαμογελώντας στα ιταλικά. Φυσικά, την είχε στείλει ο ξενοδόχος. Το κορίτσι της κρατούσε την ομπρέλα μέχρι να φτάσει στο πλακόστρωτο κάτω από το παράθυρό της. Το τραπέζι ήταν εκεί, πράσινο ανοικτό, πλυμένο από τη βροχή, αλλά η γάτα είχε φύγει. Ένιωσε ξαφνικά πολύ απογοητευμένη. Η κοπέλα την κοίταξε περίεργη:
"Ha perduto qualque cosa, signora?".
"Ήταν εδώ μια γάτα", είπε η νεαρή Αμερικάνα.
"Μια γάτα;".
"Si, si, il gatto".
"Γάτα;". Η καμαριέρα γέλασε. "Γάτα στη βροχή;".
"Ναι" της απάντησε, "κάτω από το τραπέζι". Κι ύστερα: "Αχ, πόσο την ήθελα! Πόσο θα 'θελα να 'χα ένα γατάκι!".
Όταν μιλούσε στα αγγλικά, το πρόσωπο της καμαριέρας έπαιρνε μια αποφασιστική έκφραση:
"Ελάτε, κυρία", είπε, "πρέπει να γυρίσουμε πίσω, αλλιώς θα γίνετε μούσκεμα".
"Μάλλον"... είπε η νεαρή Αμερικάνα.


 Γύρισαν πίσω. Η καμαριέρα έμεινε έξω για να κλείσει την ομπρέλα. Καθώς η νεαρή Αμερικάνα πέρασε μπροστά απ' το γραφείο, ο padrone υποκλίθηκε πίσω από τον πάγκο του. Αισθάνθηκε πολύ μικρή και κάπως σφιγμένη. Η παρουσία του padrone την έκανε να νιώσει πολύ μικρή και συνάμα πολύ σημαντική. Για μια στιγμή ένιωσε αφάνταστα σημαντική. Συνέχισε ν' ανεβαίνει τις σκάλες. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου. Ο Τζορτζ διάβαζε στο κρεβάτι.
"Πού είναι η γάτα;" τη ρώτησε, αφήνοντας κάτω το βιβλίο.
"Είχε φύγει".
"Πού θα μπορούσε να 'ναι;", είπε ξεκουράζοντας τα μάτια του απ' το διάβασμα.
"Την ήθελα τρομερά", είπε εκείνη. "Πραγματικά δεν ξέρω γιατί την ήθελα τόσο πολύ. Ήθελα να 'χω τώρα ένα γατάκι. Δεν έχει καθόλου πλάκα να 'σαι ένα φτωχό γατάκι έξω στη βροχή"
Ο Τζορτζ συνέχισε το διάβασμα.
Εκείνη κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας της και πήρε στο χέρι της το καθρεφτάκι της. Εξέτασε προσεκτικά το προφίλ της, απ' τη μια κι απ' την άλλη μεριά. Ύστερα βάλθηκε να παρατηρεί το πίσω μέρος του κεφαλιού της, το λαιμό και την πλάτη της.
"Τι θα 'λεγες αν άφηνα τα μαλλιά μου να μακρύνουν;" τον ρώτησε, κοιτάζοντας γι' άλλη μια φορά το προφίλ της.
Ο Τζορτζ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το σβέρκο της. Ήταν κοντοκουρεμένος σαν αγοριού.
"Μ' αρέσεις όπως είσαι".
"Αχ, το 'χω σκυλοβαρεθεί", είπε εκείνη. "Σκυλοβαρέθηκα να 'μαι σαν αγοράκι".
Ο Τζορτζ  άλλαξε τη θέση του πάνω στο κρεβάτι. Όλη την ώρα που του μιλούσε δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της.
"Είσαι τόσο διαβολεμένα όμορφη" της είπε. Άφησε τον καθρέφτη της πάνω στο τραπεζάκι της τουαλέτας, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Άρχισε να σκοτεινιάζει.
"Θέλω να τραβήξω τα μαλλιά μου προς τα πίσω και να κάνω ένα βαρύ κότσο, τόσο βαρύ που να τον νιώθω όλη την ώρα", είπε. "Και θέλω ένα γατακι που θα κάθεται στα πόδια μου και θα γουργουρίζει όταν το χαϊδεύω".
"Αλήθεια;", είπε ο Τζορτζ από το κρεβάτι.
"Και θέλω να τρώω στο δικό μου τραπέζι, με τα δικά μου μαχαιροπίρουνα, και θέλω και κεριά. Και θέλω να είναι άνοιξη και να βουρτσίζω τα μαλλιά μου μπροστά στον καθρέφτη, και θέλω ένα γατάκι, και θέλω να έχω καινούργια φορέματα".
"Καλά, καλά, σταματά πια. Πάρε κάτι να διαβάσεις", είπε ο Τζορτζ και συνέχισε να διαβάζει.
Η γυναίκα του κοίταξε έξω απ' το παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει και η βροχή έπεφτε πάντα πάνω στους φοίνικες."Σε κάθε περίπτωση, θα έχω μια γάτα. Θέλω μια γάτα αμέσως. Άμα δεν μπορώ να 'χω μακριά μαλλιά ή οποιαδήποτε άλλη διασκέδαση, μια γάτα θα την έχω οπωσδήποτε".
Ο Τζορτζ δεν άκουγε. Διάβαζε το βιβλίο του. Η γυναίκα του κοιτούσε έξω απ' το παράθυρο την πλατεία, όπου τα φανάρια άναβαν σιγά σιγά.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα.
"Avanti", είπε ο Τζορτζ και σήκωσε το κεφάλι του απ' το βιβλίο.
Στην πόρτα στεκόταν η καμαριέρα.
Κρατούσε σφιχτά πάνω της μια πυρόξανθη γάτα, με το υπόλοιπο σώμα της να κρέμεται.
"Συγγνώμη", είπε. "Ο padrone μου ζήτησε να τη φέρω στη σινιόρα".