Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Η περί χρισμάτων και στηρίξεων υποκρισία

ΡΕΝΑ ΔΙΑΚΙΔΗ - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΤΗς ΡΟΔΟΥ

Δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών η δήλωση του πρώην Υπουργού Αιγαίου Πάνου Καμμένου στη «δ». Ο σημερινός δήμαρχος της Ρόδου Χατζής Χατζηευθυμίου θα είναι εκείνος που θα πάρει την επίσημη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας για τις επερχόμενες εκλογές.
"Η Ρόδος έχει δήμαρχο και είναι πολύ πετυχημένος. Είναι ειλημμένη η απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να στηρίξει τις υποψηφιότητες δημάρχων που εξασφάλισαν και στο παρελθόν τη λαϊκή αποδοχή με τη βοήθεια του κόμματος. Δεν τίθεται κανένα ζήτημα σχετικά με τις προθέσεις του κόμματος και στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου. Προσωπικά θεωρώ ότι ο Δήμαρχος έχει υπηρετήσει με συνέπεια το θεσμό και το κόμμα και η στήριξη του είναι αδιαμφισβήτητη. Η πορεία του Χατζή Χατζηευθυμίου διασφαλίζει και την επόμενη εκλογή του"  τόνισε με σαφήνεια ο κ Καμμένος.

Η δήλωση αυτή ανέτρεψε τα δεδομένα για την παράταξη του Γιώργου Χατζημάρκου, όπου τις τελευταίες ημέρες παίζεται ένα παιχνίδι του παραλόγου. Ενώ στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους τα στελέχη της νεοσυσταθείσας παράταξης παραδέχονται ότι επιθυμούν διακαώς τη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας (πολλοί δε εξ αυτών την θεωρούν δεδομένη), στις δημόσιες δηλώσεις  και ανακοινώσεις τους, κάνουν τους … δύσκολους! Τη θέλουν μεν αλλά με τους δικούς τους όρους.

Η αριστερή ταινία που άρεσε στον Μπερλουσκόνι

Η ταινία «Βaaria» (Ιταλία, 2009) του Τζουζέπε Τορνατόρε άνοιξε πέρυσι την 66η Μόστρα της Βενετίας δίνοντας το πολιτικό στίγμα της διοργάνωσης. Την ώρα που η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία βρισκόταν στο ναδίρ με τα σκάνδαλα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο Τορνατόρε παρουσίαζε ένα πανάκριβο έπος, στην καρδιά του οποίου βρίσκεται η αριστερή ιδεολογία.

Δεν είναι μια ταινία δημαγωγική, προβοκατόρικη και με κόκκινη παντιέρα, αλλά ένα απλό στη σύλληψή του, αλληγορικό και αρκετά χιουμοριστικό φιλμ που παρακολουθεί την πορεία ενός σισιλιάνου κομμουνιστή ( Φραντσέσκο Σάνα ) από τα παιδικά του χρόνια, στη δεκαετία του 1940, ως τις ημέρες μας. Ο ήρωας αυτός, αμυδρά στηριγμένος στον πατέρα του σκηνοθέτη, προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να προσφέρει το αναμορφωτικό καλό στον τόπο του βαλλόμενος από τους πάντες και τα πάντα μέσα σε ένα θορυβώδες σύμπαν που ενίοτε θυμίζει ταινία του Φεντερίκο Φελίνι , και δη το «Αμαρκορντ». Και το πνεύμα του είναι το συγκινητικό στοιχείο μιας ταινίας που περιγράφει με ζωηρά χρώματα τη ζωή και τα ήθη στη Σικελία (τόπος καταγωγής του σκηνοθέτη).

Στην καρδιά του φιλμ, στο οποίο κάνουν πέρασμα δεκάδες γνωστοί ηθοποιοί της Ιταλίας (ανάμεσά τους και η Μόνικα Μπελούτσι ) βρίσκονται η αυτοκριτική της Αριστεράς, ο θρήνος για τις χαμένες αξίες αλλά και η ανάγκη για συμφιλίωση.

Αγαπημένα φιλμ κάτω από τα άστρα


Μπαράζ επανεκδόσεων στα θερινά σινεμά
Μήνας επανεκδόσεων είναι ο Αύγουστος για τις κινηματογραφικές αίθουσες, αφού ελάχιστες είναι οι νέες ταινίες που πρόκειται να προβληθούν. Η νέα σεζόν, που τα τελευταία χρόνια αρχίζει την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, θα κάνει έναρξη με το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν, μια ταινία που έχει εντυπωσιάσει τόσο το κοινό όσο και την κριτική. Μέχρι τότε όμως, το πρόγραμμα των αιθουσών θα εξακολουθεί να θυμίζει Ταινιοθήκη.
 Ταινίες όπως το «Τηλεφωνήσατε, ασφάλεια αμέσου δράσεως», η «Σαμπρίνα», το «Ενας προφήτης μα τι προφήτης», η «Πρώτη σελίδα», το «Ραντεβού στο Παρίσι», στάθηκαν δίπλα στις νέες κυκλοφορίες και σε πολλές περιπτώσεις κέρδισαν τις εντυπώσεις και τα εισιτήρια από νέες αδιάφορες ταινίες που προβλήθηκαν σε πρώτη προβολή.
Η αλήθεια είναι ότι το καλοκαίρι και τα θερινά σινεμά έχουν συνδεθεί με τις επανεκδόσεις αγαπημένων ταινιών. Και αφού το κύκλωμα της κινηματογραφικής διανομής έχει διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην επαναλαμβάνονται πια ταινίες του περασμένου χειμώνα (και πώς να γίνει αυτό, με την εξάπλωση του home cinema και της πειρατείας;) η νέα προβολή παλιών ταινιών, που κάνουν νέα καριέρα στις αίθουσες, είναι η πιο κοντινή πρόταση. Που επιπλέον, δείχνει να ικανοποιεί και το κοινό.

Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής

Tου Nικου Γ. Ξυδακη - 
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».
Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδορούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο «Ονειρο στο κύμα». Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.
Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά, μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».
Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. [...] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις...»