Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Η αριστερή ταινία που άρεσε στον Μπερλουσκόνι

Η ταινία «Βaaria» (Ιταλία, 2009) του Τζουζέπε Τορνατόρε άνοιξε πέρυσι την 66η Μόστρα της Βενετίας δίνοντας το πολιτικό στίγμα της διοργάνωσης. Την ώρα που η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία βρισκόταν στο ναδίρ με τα σκάνδαλα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο Τορνατόρε παρουσίαζε ένα πανάκριβο έπος, στην καρδιά του οποίου βρίσκεται η αριστερή ιδεολογία.

Δεν είναι μια ταινία δημαγωγική, προβοκατόρικη και με κόκκινη παντιέρα, αλλά ένα απλό στη σύλληψή του, αλληγορικό και αρκετά χιουμοριστικό φιλμ που παρακολουθεί την πορεία ενός σισιλιάνου κομμουνιστή ( Φραντσέσκο Σάνα ) από τα παιδικά του χρόνια, στη δεκαετία του 1940, ως τις ημέρες μας. Ο ήρωας αυτός, αμυδρά στηριγμένος στον πατέρα του σκηνοθέτη, προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να προσφέρει το αναμορφωτικό καλό στον τόπο του βαλλόμενος από τους πάντες και τα πάντα μέσα σε ένα θορυβώδες σύμπαν που ενίοτε θυμίζει ταινία του Φεντερίκο Φελίνι , και δη το «Αμαρκορντ». Και το πνεύμα του είναι το συγκινητικό στοιχείο μιας ταινίας που περιγράφει με ζωηρά χρώματα τη ζωή και τα ήθη στη Σικελία (τόπος καταγωγής του σκηνοθέτη).

Στην καρδιά του φιλμ, στο οποίο κάνουν πέρασμα δεκάδες γνωστοί ηθοποιοί της Ιταλίας (ανάμεσά τους και η Μόνικα Μπελούτσι ) βρίσκονται η αυτοκριτική της Αριστεράς, ο θρήνος για τις χαμένες αξίες αλλά και η ανάγκη για συμφιλίωση.

Περιέργως η ταινία άρεσε στον ιταλό πρωθυπουργό που παρότρυνε το κοινό να την παρακολουθήσει.

Ο αριστερός σκηνοθέτης ευχαρίστησε τον Μπερλουσκόνι αλλά ζήτησε από το κοινό να μην σταθεί στην σκηνή που φημολογείται ότι ενθουσίασε τον Μπερλουσκόνι: εκείνη όπου βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να επιστρέφει γεμάτος αμφιβολίες από τη Σοβιετική Ενωση. «Το να απομονώνεις μια σκηνή από μια ολόκληρη ταινία είναι ψέμα» είπε ο Τορνατόρε.

Υπόθεση Τολστόι 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας «Ο τελευταίος σταθμός» («Τhe last station», Γερμανία/ Ρωσία/ Αγγλία, 2009) είναι η ίδια η ιστορία της. Το φιλμ που σκηνοθέτησε ο Μάικλ Χόφμαν αναφέρεται στην εκρηκτική σχέση αγάπης-μίσους του συγγραφέα Λέοντος Τολστόι με τη γυναίκα του, την κόμισσα Σοφία, η οποία είχε αφηνιάσει με την απόφασή του να αφήσει τα δικαιώματα του συγγραφικού έργου του στον λαό της Ρωσίας. Ακόμη πιο ενδιαφέρον όμως έχει ο ίδιος ο χαρακτήρας του ρώσου συγγραφέα, ο οποίος στα τέλη της ζωής του έχει ιδρύσει κάτι σαν κοινόβιο παιδιών των λουλουδιών και ασπάζεται την πενία, τη χορτοφαγία και την αποχή από το σεξ στο όνομα της δικής του θρησκείας και ιδεολογίας- θυμίζοντας μοντέρνο Μωυσή, με υπασπιστή τον μαθητή του Βλαντίμιρ Γκριγκόριεβιτς Τσέρτκοφ, άσπονδο εχθρό της συζύγου του Τολστόι. Ανάμεσα στο ζευγάρι θα μπει ο μετέπειτα συγγραφέας Βαλεντίν Μπουλγκάκοφ. Είναι αφοσιωμένος στον Τολστόι, αλλά αντιλαμβάνεται επίσης το δίκιο της γυναίκας η οποία βρίσκεται σε απόγνωση όταν ο επί 48 ολόκληρα χρόνια άντρας της την αποκληρώνει. Το αποτέλεσμα είναι ένα ατμοσφαιρικό φιλμ εποχής, εξαιρετικά προσεγμένο στον εικαστικό τομέα αλλά και με ερμηνείες-διαμάντια που οδήγησαν τους Κρίστοφερ Πλάμερ (Τολστόι) και Ελεν Μίρεν (Σοφία) στις υποψηφιότητες των εφετινών Οσκαρ. Προσέξτε όμως και τον Τζέιμς Μακαβόι στον ρόλο του ισορροπιστή Μπουλγκάκοφ. Η ερμηνεία του δεν ακούστηκε τόσο, όμως στην ουσία είναι το κέντρο βάρους της ταινίας.