Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Για τους αναχωρητές και τους «απ’ έξω»

ΡΕΝΑ ΔΙΑΚΙΔΗ - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΤΗς ΡΟΔΟΥ - ΣΑΒΒΑΤΟ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2010



Η αγωνία όλων των επικεφαλής παρατάξεων που συμμετέχουν στις εκλογές του Νοεμβρίου, να σχηματίσουν ψηφοδέλτια, είναι έκδηλη. Αν μέχρι πρότινος τα κριτήρια επιλογής υποψηφίων συμβούλων ήταν και ποιοτικά, σήμερα, με τα γιγαντιαία ψηφοδέλτια του «Καλλικράτη» τα κριτήρια υποβιβάζονται κυρίως σε ποσοτικά. Αν μέχρι πρότινος το ζητούμενο ήταν η συγκρότηση ισχυρού ψηφοδελτίου, σήμερα  προέχει  να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος  αριθμός συμβούλων. Στη διαδικασία αυτή οι υποψήφιοι δήμαρχοι κυρίως, αλλά και οι περιφερειάρχες, προσεγγίζουν και προσπαθούν να πείσουν ακόμη και πολίτες που ίσως να μην είχαν φανταστεί ποτέ πριν τον εαυτό τους σε αυτό το ρόλο.
Μια πρώτη εικόνα των υποψηφίων συμβούλων που έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα, από όλες τις παρατάξεις, δείχνει ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες.
Οι λεγόμενοι «επαγγελματίες» του είδους. Δεν νοείται εκλογική αναμέτρηση χωρίς να είναι παρόντες. Εναλλάσσονται μεταξύ των παρατάξεων με αντικειμενικό στόχο να μετέχουν αδιαλείπτως στη νομή της τοπικής εξουσίας.
Η δεύτερη κατηγορία είναι οι κομματικοί στρατοί. Επιστρατευμένα από τα κόμματά τους στελέχη, μπαίνουν στους συνδυασμούς χωρίς να ενδιαφέρονται καν ποιος είναι ο επικεφαλής.

Υπάρχει και η τρίτη κατηγορία, πολυπληθέστερη των άλλων, λόγω των αναγκών του «Καλλικράτη», τα «νέα και άφθαρτα» πρόσωπα, που εκτίθενται για πρώτη φορά στην ψήφο των πολιτών, με τους περισσότερους να μην έχουν μέχρι σήμερα ουδεμία σχέση με την πολιτική και την αυτοδιοίκηση. Σ’ αυτή την κατηγορία υπάρχουν υποκατηγορίες, από εκείνους που βλέπουν σ’ αυτές τις εκλογές την ευκαιρία για τη δική τους συμμετοχή στο σύστημα νομής εξουσίας, από τους ρομαντικούς της διάθεσης ειλικρινούς προσφοράς, από τους έχοντες άγνοια …κινδύνου. Όλοι χωράνε.
Υπάρχουν όμως και οι «άλλοι», εκείνοι που παρά τις πιέσεις που δέχονται, αρνούνται να συμμετάσχουν, όχι μόνο σε αυτήν, αλλά ούτε και σε άλλες εκλογικές αναμετρήσεις.
 Δεν είναι απολίτικοι, ούτε αποστρέφονται την πολιτική, κατά τη μόδα των καιρών, όπως ίσως θα έλεγε κάποιος, ερμηνεύοντας τη στάση τους. Απεναντίας, είναι βαθύτατα πολιτικοποιημένοι.
Είναι παρατηρητές των όσων συμβαίνουν όχι μόνο στον τόπο τους, αλλά και γενικότερα. Προβληματίζονται, ανησυχούν, οργίζονται.
Είναι επιτυχημένοι, ο καθένας στο τομέα του, αναγνωρισμένοι στις κοινωνίες που ζουν (άρα, λογικά, δεν έχουν πρόβλημα εκλογιμότητας).
Έχουν ιδέες, συχνά πολύ προωθημένες και ριζοσπαστικές, είναι αποτελεσματικοί και ευφυείς.
Εν ολίγοις, είναι οι ιδανικοί άνθρωποι για να πάρουν στα χέρια τους την τύχη του τόπου. Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί δεν «συμμετέχουν». Εύκολα μπορεί να κατηγορηθούν ότι γίνονται κριτές και τιμητές των πάντων, αλλά εκ του ασφαλούς, από καθέδρας, χωρίς να ρισκάρουν να στραπατσαριστούν σε μια εκλογική αναμέτρηση.
Εύκολα μπορεί να τους αντιτάξει κανείς το επιχείρημα ότι δεν δικαιούνται να παραπονούνται για το χαμηλό επίπεδο όσων μας κυβερνούν, από τα πιο υψηλά μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια, αφού οι ίδιοι, οι ικανοί και «πεφωτισμένοι», προτιμούν να ιδιωτεύουν. Με τον τρόπο τους όμως συντηρούν την διαρκώς εντεινόμενη υποβάθμιση του πολιτικού βίου, την οποία εκ των υστέρων καταγγέλλουν.
Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στη στάση τους ακόμη και αναχωρητισμό, αν πρόκειται για ανθρώπους που σε κάποια στιγμή πέρασαν από το δημόσιο βίο και γρήγορα εγκατέλειψαν.
Τι συμβαίνει; Για ποιό λόγο το πιο ικανό, το πιο δημιουργικό κομμάτι της τοπικής κοινωνίας αρνείται να συμμετάσχει στα κοινά; Γιατί όλο και πιο λίγοι το αποτολμούν;
Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Ξέρουν πολύ καλά, ότι έτσι όπως έχει αλλοιωθεί και αλλοτριωθεί σήμερα στη χώρα μας η έννοια της πολιτικής, δεν έχουν καμία θέση στο πολιτικό σκηνικό. Το πολιτικό κατεστημένο κάνει ό,τι μπορεί να τους κρατήσει απέξω, διότι η συμμετοχή τους ανεβάζει ψηλά τον πήχυ της χρυσής μετριότητας που έχει τεθεί ως ανώτατο όριο για τους συμμετέχοντες. Οι μηχανισμοί  θα  τους πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Δεν θα τους  αφήσουν καν να εκλεγούν. Στην καλύτερη περίπτωση, θα τους εκμεταλλευθούν ψηφοθηρικά, θα τους στύψουν και θα τους πετάξουν στη συνέχεια.   Κι αν κάποιοι τα καταφέρουν «κατά λάθος», να ξεχωρίσουν μέσα στο σύστημα, τότε θα υποστούν ένα ανηλεή πόλεμο, σε ό,τι προσπαθήσουν να κάνουν. Αργά ή γρήγορα θα εγκαταλείψουν, αν διαθέτουν στοιχειώδη προσωπική και πολιτική αξιοπρέπεια. Ουκ έστιν αριθμός παραδειγμάτων.
 Από την άλλη πλευρά, αυτά που προαναφέρθηκαν ως «προσόντα» για τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, είναι εξ ορισμού μειονεκτήματα για όσους θέλουν να ασχοληθούν με την πολιτική. Σήμερα, καλώς ή κακώς, δικαίως ή αδίκως, έχει εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η εντύπωση ότι  προτιμώνται οι απολίτικοι, οι λαϊκιστές, οι εύκολα διαχειρίσιμοι, οι ετερόφωτοι, τα φερέφωνα, οι προσκολλημένοι σε παράγοντες, αυτοί που οι ιδέες τους και οι πρωτοβουλίες δεν θα απειλήσουν κατεστημένα, δεν θα ταράξουν τους κύκλους και την ισορροπία μιας ήδη διαμορφωμένης κατάστασης στα μέτρα και στα όποια συμφέροντα , μικροπολιτικά, οικονομικά κλπ. Εξ αυτού του λόγου, ούτε τολμούν να σκεφτούν ενδεχόμενη συμμετοχή τους.
Παρά τις προαναφερθείσες γενικές παραδοχές, υπάρχουν και άνθρωποι που πραγματικά προβληματίζονται. Βρίσκονται σε μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση. Να μπουν στο παιχνίδι και να προσπαθήσουν εκ των έσω να πολεμήσουν τα κακώς κείμενα ή μήπως είναι χαμένοι από χέρι, οπότε μόνο προσωπική φθορά συνεπάγεται η όποια προσπάθεια; Συνήθως η απάντηση κλίνει προς το δεύτερο. Αποφασίζουν να απέχουν. Όταν η άσκηση πολιτικής έχει ταυτιστεί με την έννοια της  συντήρησης ενός συστήματος, ενός «κατεστημένου» όπως συνηθίζουμε να λέμε, τότε απαιτεί υποταγή, υποχωρήσεις και συμβιβασμούς . Και για ορισμένους  ανθρώπους υπάρχουν κάποιες αξίες αδιαπραγμάτευτες .
Το φαινόμενο δεν είναι μόνο τοπικό, δεν είναι μόνο ελληνικό. Είναι παγκόσμιο. Σε μια ευρύτερη προσέγγιση αφορά την ίδια την ποιότητα και τη λειτουργία της δημοκρατίας, που καταλήγει να είναι μόνο κατ’ επίφασιν. Επί της ουσίας, βιώνουμε αυτό που άλλοι αποκάλεσαν  δικτατορία και άλλοι συνομωσία των μετρίων.
«Κοίτα να μην ψηλώνεις παιδί μου πολύ, σε τούτον εδώ τον τόπο κυβερνούσανε πάντα οι κοντοί - κρατάνε πριόνια και δρεπάνια. Σκυφτή να περπατάς, σκυφτή. Δεν βλέπεις που μονάχα λείψανα ξέρουν να δοξάζουν; Τι να φοβηθούν απ’ τους νεκρούς; Σσσσσς…κάτσε κάτω τώρα.»