Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

«Καλύτερος υπουργός Πολιτισμού; Ο Ζορμπάς»

Τον συναντούμε το χειμώνα στις θεατρικές αίθουσες αλλά και το καλοκαίρι στις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι συνήθως μόνος και αδημονών γι' αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσει. Κάποιες φορές μάλιστα εκφράζει σιωπηρά τη δυσαρέσκειά του αποχωρώντας καταμεσής της παράστασης. 

Ο Γιώργος Βέλτσος δεν βλέπει μόνο θέατρο. Γράφει κιόλας, πέρα από ποίηση. Και τώρα έρχεται δριμύς με δύο έργα, «βελτσικά», δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς... Το πρώτο είναι ένας θεατρικός μονόλογος με τίτλο «Ρημάζει» (εκδόσεις Καστανιώτη-Διάττων), κείμενο συγγενές του μπεκετικού «Νο time», αλλά και τον «Θάλαμο» (εκδόσεις Αγρα), το οποίο ο Γιώργος Κουμεντάκης, ενθουσιασμένος από την πρώτη κιόλας ανάγνωσή του, θα ανεβάσει ως όπερα. Στριμώξαμε τον Γιώργο Βέλτσο μεταξύ Μυκόνου (απ' όπου κατάγεται) και Αθήνας. Μας αντιπρότεινε «να γράψει κάτι». Το αρνηθήκαμε, γιατί φοβηθήκαμε το χούι του: να γίνεται, αγνοώντας μερικές φορές το κοινό στο οποίο απευθύνεται, «δυσνόητος» έως παρεξηγήσεως... Με αυτό το θέμα άρχισε η κουβέντα μας.
«Αντίθετα, θεωρώ ότι η υπεραπλούστευση μπορεί να προσβάλλει το κοινό. Το "καταλαβαίνω" απαιτεί κι ένα μικρό, προσωπικό μόχθο από τον άλλον. Σας απαντώ ό,τι και στους φοιτητές μου: το ρήμα καταλαβαίνω σημαίνει "κατά τα άλλα βαίνω". Δηλώνει δηλαδή ένα βηματισμό της γνώσης. Κι όπως λέει ο Αρανίτσης, στο δικό σας ένθετο, ο περίπατος, το βάδισμα, είναι μια μορφή ανάγνωσης»...


- Διδάσκετε, αρθρογραφείτε, γράφετε ποίηση και θέατρο, παρακολουθείτε την πολιτικοκοινωνική επικαιρότητα. Τι σκέφτεστε για όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, από τα οικονομικά σκάνδαλα και την κρίση μέχρι τις τρομοκρατικές επιθέσεις;
 
«Ολοι στοιχιζόμαστε στην ατέρμονη γραμμή των τυφλών. Αν δεχτούμε ότι η αλήθεια του ανθρώπου είναι η επιθυμία, στην Ελλάδα οι επιθυμίες -και οι αλήθειες- ταξιθετούνται σε μια αλυσίδα που μοιάζει με την πομπή των τυφλών στον πίνακα του Μπρέγκελ: κάθε μία πιάνεται από το χέρι της άλλης αλλά καμία δεν ξέρει πού πάνε όλες μαζί. Αυτό σημαίνει πώς πάντα κάποιος επιθυμεί και αληθολογεί στη θέση μας. Κι αυτός είναι ο πρώτος μονόφθαλμος της πομπής... Οσοι τον ακολουθούν επαφίενται σαν σε τυφλοσούρτη. Εξιδανικεύουμε, απωθούμε, αυτολογοκρινόμαστε ακολουθώντας τον "τρόπο" που χρησιμοποιεί ο πρώτος. Αρα δεν επιθυμούμε αλλά φοβόμαστε όπως ακριβώς οι τυφλοί: δεν ξέρουμε πού να πατήσουμε, ποιον να πατήσουμε ή ποιος θα μας πατήσει. Ακόμα και οι λεγόμενοι ταγοί -κυρίως οι ταγοί- ακολουθούν το σύστημα αλλά αυτοί με το αζημίωτο».

- Εννοείτε ότι έχουν κοινωνικά και οικονομικά οφέλη;
 
«Φυσικά. Και να μου επιτρέψετε να μη συμπεριλάβω τον εαυτό μου σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν έβγαλα λεφτά από το σύστημα. Δεν εισέπραξα δικαιώματα, δεν έκανα μπεστ σέλερ, δεν βραβεύτηκα με τις πέντε χιλιάδες ευρώ του υπουργείου Πολιτισμού, δεν επιχορηγήθηκα. Υπάρχει, λοιπόν, το πολιτιστικό υποσύστημα που νομιμοποιείται από το σύστημα και βρίσκεται πάντα σε διαπλοκή με άλλα υποσυστήματα όπως, π.χ. τα ΜΜΕ. Τις λαμογιές που καταμαρτυρούμε στην οικονομία πρέπει να τις προσάψουμε και στην πολιτική διαχείριση της κουλτούρας. Ολοι φταίμε, αφού είμαστε δομικά μέρη αυτού του συστήματος και, το ξέρουμε, το σύστημα είναι πάντα ισχυρότερο από τα μέρη που το αποτελούν».
«Αμφιβάλλω αν θα τα καταφέρουμε»

- Μήπως αποδίδετε μια... μεταφυσική διάσταση στο «σύστημα»;
 
«Προφανώς. Οχι μόνο γιατί έχει παγκοσμιοποιηθεί αλλά κι επειδή ο πυρήνας του συνιστά μια μεταφυσική αυταπάτη. Η φαντασίωση του καθενός (ακριβά αυτοκίνητα, πιστωτικές κάρτες, σκάφη) προσδίδει στο σύστημα την αδιαμφισβήτητη παντοδυναμία του».

- Πιστεύετε ότι θα ξεπεράσουμε κάποτε τη σημερινή κρίση; 
 
«Θα μπορούσε αυτή η καταστροφή να σημάνει την απαρχή μιας νέας κατάστασης, αλλά προσωπικά αμφιβάλλω σφόδρα. Η γονιδιακή ιδιαιτερότητα του Ελληνα δεν θα το επιτρέψει... Μια ιδιαιτερότητα -θα το πω ποιητικά- που αφορά στην ελληνική γλώσσα και τον ήλιο... Γι' αυτό μειδιούσα όταν έβλεπα τον Γερουλάνο στην τηλεόραση ν' αντιστρέφει το μύθο του Ζορμπά λέγοντας ότι μπορεί να μας ωφέλησε αλλά συγχρόνως μας έβλαψε, γιατί γίναμε αυτό που μας κατηγορούν οι Ευρωπαίοι: Ζορμπάδες... Μου φαίνεται λοιπόν ότι ο υπουργός Πολιτισμού, αυτό το εξαιρετικό παιδί με σπουδές στο Χάρβαρντ, είναι ο Αλαν Μπέιτς στην περίφημη σκηνή της ταινίας του Κακογιάννη, τότε που ο Αντονι Κουίν προσπαθεί να τον μάθει συρτάκι...»

- Ποιον θα βλέπατε ως υπουργό Πολιτισμού;
 
«Τον Ζορμπά... Αφού δεν έχουμε πια δικαίωμα στη ζωή παρά μόνον μέσω της παρωδίας του πολιτικού και του πολιτιστικού γίγνεσθαι, τι περιμένετε να πω;»

- Με τον Κώστα Σημίτη είχατε στενή φιλία. Σήμερα προτείνουν την κλήτευσή του στην εξεταστική επιτροπή για το σκάνδαλο της Siemens. 
 
«Ο Σημίτης είχε ένα σκοπό: να βάλει, επί της ουσίας, την Ελλάδα στην Ευρώπη. Ομως, παρέβλεψε σε σημαντικό βαθμό το πώς θα μπει η Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα... Και υπήρχε τρόπος, στοιχεία ελληνικά ν' αποκτήσουν μέσα στη χώρα υπόσταση ευρωπαϊκής εμβέλειας. Προσηλώθηκε στον ευρωπαϊκό σκοπό και παραγκώνισε άλλα θέματα. Ετσι δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιοι και γιατί τον περιτριγύριζαν. Ασφαλώς και δεν γνώριζε τις "χορηγίες" προς τον Μαντέλη. Τώρα έχει κλειστεί ακόμα περισσότερο. Ζει στο κτήμα του στην Κυλλήνη, ασχολείται με τα κηπουρικά και σίγουρα είναι πικραμένος. Μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι απ' αυτήν την απόσταση και διά της σιωπής επιχειρεί ένα είδος αυτοκριτικής. Οι παρεμβάσεις του, όποτε τις κάνει, είναι πάντα εύστοχες. Αλλωστε αυτός δεν είχε προβλέψει από του βήματος της Βουλής το 2008 την επερχόμενη χρεοκοπία;»

- Τη δεκαετία του '80 η παρουσία σας ήταν έντονη, επιθετική, κάποτε σκανδαλωδώς. Τώρα μοιάζει να έχετε απεκδυθεί αυτή την αγωνιστικότητα σε δημόσιες αντιπαραθέσεις.
 
«Κάποτε ενοχλούσα με επιθέσεις "ad hominem", είχα μάλιστα ως αρχή να μιλώ ονομαστικά. Τρέμουν τα ονόματα μη και δεν τα βρίσουν, μη και δεν τα παίξουν. Συγκρουόμουν δημόσια με τους Μαρωνίτη, Γεωργουσόπουλο, Ζουράρι κ.ά. Επαναστατούσα όταν άκουγα τον κριτικό να χαρακτηρίζει τη μέθοδο της αποδόμησης στην τέχνη ως συνώνυμη της αφόδευσης. Και τι κατάλαβα ο αφελής; Κάθε πρόκληση από μεριάς μου επέφερε το αντίθετο αποτέλεσμα».

- Και τώρα; 
 
«Παραμένω ένα εξωτικό είδος. Κεφαλοποιώ αυτή την παραξενιά στους θεσμούς, γίνομαι και δεν γίνομαι αποδεκτός, αλλά μέσα μου έχω ησυχάσει εξαιτίας της ποίησης. Που με έχει ρημάξει».

- «Ρημάζει» τιτλοφορείται το τελευταίο σας βιβλίο. 
 
«Με τη διπλή μάλιστα έννοια αυτού του παράδοξου τίτλου: ρημάζω = ερειπώνομαι, ρημάζω = ζω από το ρήμα. Βρίσκομαι στο σημείο που τόσο εύστοχα είχε επισημάνει ο Καμί: "γράφω για ν' αποφύγω το έγκλημα". Ποτέ δεν αμφέβαλα ότι η γραφή μου αξίζει κι ότι, εξάπαντος, θα καταλήξει εκεί που οδηγούνται οι έξεις μου. Εννοώ τον καταναγκασμό να περνάω όλη μου τη ζωή στη γραφή, ως εάν ό,τι έχω κάνει ν' αποτελεί μια ατελείωτη αυτοβιογραφία».

- Και δεν φτάνει ο μονόλογος. Το έργο σας «Ο Θάλαμος» γίνεται λιμπρέτο στην όπερα που συνθέτει ο Γιώργος Κουμεντάκης. 
 
«Συνέλαβα θεατρικά την ιστορία της κουλτούρας και της νεότερης Ελλάδας. Ετσι προέκυψε "Ο Θάλαμος", έργο με πέντε πρόσωπα πάνω στην κυριαρχία του πατέρα, δηλαδή του ταγού. Μότο του, μια φράση του Ντοστογιέφσκι: "Ποιος δεν επιθυμεί το θάνατο του πατέρα;"».
- Ζείτε πολύ μέσα στην τέχνη. Σας βλέπουμε να παρακολουθείτε ανελλιπώς τις παραστάσεις του Φεστιβάλ.
«Σε μια κοινωνία γυμνή, σ' έναν κόσμο όπου η καταδίωξη της ζωής εγγράφεται στα πρωτόκολλα της πολιτικής, στο περιβόητο Μνημόνιο, πιστεύω ότι η τέχνη είναι καταφύγιο αυταπάτης. Τίποτα σοβαρό δεν συντελείται πουθενά, αν εξαιρέσεις τον Μαρμαρινό και τα ξενόφερτα ενδιαφέροντα του Φεστιβάλ. Οφείλουμε στον Γ. Λούκο, παρόλο που συνεχίζει να κάνει παραχωρήσεις προς το τίποτα...».
«Προσδίδουμε κύρος σε όσους μας αρνούνται»

- Η πορεία του Εθνικού Θεάτρου πώς σας φαίνεται;
 
«Ο καλλιτεχνικός του διευθυντής είναι, από χέρι, αναγκασμένος να κάνει σκόντο στην ποιότητα. Αχαρη θέση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν του αξίζει κιόλας... Απ' την άλλη, με τρομάζει η φορμαλιστική εμμονή του Θόδωρου Τερζόπουλου καθώς και η αναπαραστατική πιστότητα του Λευτέρη Βογιατζή. Θυμηθείτε πόσο ο Τσαρούχης εξυμνούσε την αξία του φλου αρτιστίκ, δηλαδή της μουτζούρας. Οι μούσες κακογερνούν στη χώρα μας. Χούφταλο η Μελπομένη και η Κλειώ και δεν ξέρουμε ποια θα θάψει την άλλη. Ετσι εξηγείται γιατί η φαντασίωση της παράδοσης (Σωτήρης Χατζάκης) ή της ανανέωσης (Μιχαήλ Μαρμαρινός) στήνεται καλύτερα επί της χριστιανικής ηθικής: στρέφουμε και την άλλη παρειά για το χαστούκι. Αλλοι προάγονται στην Επίδαυρο (Χατζάκης) κι άλλοι αυτοεξορίζονται στην Πολωνία (Μαρμαρινός). Αλλά φταίμε όλοι. Μας φτύνει ο κριτικός; Τον προσκαλούμε στην πρώτη σειρά. Μας κατακρίνει ο βιβλιοκριτικός; Του στέλνουμε με ενισχυμένη αφιέρωση το επόμενο βιβλίο. Με άλλα λόγια, αρεσκόμαστε να προσδίδουμε κύρος σε κείνους που μας αρνούνται».
- Εσείς δεν το έχετε κάνει;
«Πολλές φορές μ' έπιασα να τιμώ τον άλλον επειδή με αρνήθηκε. Ομως δεν θέλω να το ξανακάνω. Επιθυμώ να φτάσω σ' ένα είδος απάθειας. Αλλά φοβάμαι το θάνατο... Δεν κέρδισα τίποτα βάζοντας τον Αχιλλέα στη θέση της χελώνας, να πηγαίνω δηλαδή αργά παρότι βιαζόμουν. Κι όσες φορές προέτρεψα τους συμπολίτες μου στην εφημερίδα "Τα Νέα" να γίνουν περισσότερο δημοκράτες, με χαρακτήριζαν "Καρλ Κράους της δεύτερης σελίδας", τον περιβόητο, ανυπόφορο, συνεχώς διαμαρτυρόμενο συγγραφέα και δημοσιογράφο στη Βιέννη της δεκαετίας του '20».

- Μετανιωμένος;
 
«Τι σημασία έχει πια; "Συφιλιδική και ραμμένη, η μητέρα μένει απαγορευμένη" λέει ο Λακάν. Στο μητρικό σπίτι στη Μύκονο συλλαμβάνω μέσα μου τον αντιρρησία ζωής να διαπιστώνει πως το τειχάκι απέναντι στο μόλο προβάλλει απτά επιχειρήματα αδυναμίας ν' αναχαιτίσει τα φουρτουνιασμένα νερά. Και τώρα που ο δήμος το υπερυψώνει, τώρα που προστατεύομαι κι εγώ από το αντιμάμαλο στην απογευματινή μου βόλτα εκεί πέρα, σκέφτομαι τα στοιχήματα που έβαζα παιδί: να φτάσω εξάπαντος στην άκρη του μόλου, στο Φανάρι. Ετσι τελειώνω, εδώ, στη δική μου Μύκονο. Ιδιαίτερα προσεκτικός, χιλιόμετρα μακριά από τα φαινόμενα και την ευπιστία». *