Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

«Ο Δικηγόρος του Διαβόλου» - Ο Αλ Πατσίνο στον πιο γοητευτικό και τρομακτικό ρόλο του Κακού και ο συγκλονιστικός μονόλογος που έγραψε ιστορία


17 Οκτωβρίου 1997. Στις αμερικανικές κινηματογραφικές αίθουσες κάνει πρεμιέρα μια ταινία που ξεκινά ως δικαστικό θρίλερ, εξελίσσεται σε υπερφυσικό δράμα και κορυφώνεται σε μια από τις πιο προκλητικές φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου.

Επιμέλεια Αφιερώματος: Ρένα Παυλάκη

Ο «Δικηγόρος του Διαβόλου» (The Devil's Advocate) δεν περιορίζεται στη γνώριμη κινηματογραφική σύγκρουση του Καλού με το Κακό. Θέτει ένα πολύ πιο άβολο ερώτημα: Μήπως ο Διάβολος δεν χρειάζεται να μας εξαναγκάσει σε τίποτα, επειδή γνωρίζει ότι οι φιλοδοξίες, οι επιθυμίες και η ματαιοδοξία μας θα κάνουν όλη τη δουλειά για λογαριασμό του;

Παραμένει μια από τις πιο δημοφιλείς ταινίες της δεκαετίας του '90, επειδή κατάφερε να μεταφέρει τον μύθο του Φάουστ στη σύγχρονη εταιρική Αμερική. Η ταινία δεν αντιμετωπίζει το κακό ως μια εξωτερική τερατώδη δύναμη, αλλά ως το αποτέλεσμα των καθημερινών συμβιβασμών, της απληστίας και της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου.

Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται ο Αλ Πατσίνο. Όχι ως μια αποκρουστική, τερατώδης ενσάρκωση του Σατανά, αλλά ως ένας καλλιεργημένος, πνευματώδης, απίστευτα γοητευτικός άνδρας, που καταλαβαίνει την ανθρώπινη φύση καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Ο δικός του Διάβολος δεν απαιτεί υποταγή. Προσφέρει επιτυχία, χρήματα, εξουσία, αναγνώριση και ηδονή. Χαμογελά,  ενθαρρύνει και κυρίως, δεν επιβάλλει τις αποφάσεις του.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, η ταινία εξακολουθεί να γοητεύει, όχι μόνο χάρη στην ερμηνευτική έκρηξη του Πατσίνο, αλλά επειδή κάτω από την υπερφυσική της ιστορία κρύβει μια εξαιρετικά σύγχρονη παραβολή για τη φιλοδοξία, την ηθική, την εξουσία και το τίμημα της επιτυχίας.


Η ιστορία: Η επιτυχία, το πιο επικίνδυνο συμβόλαιο

Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άντριου Νάιντερμαν, που κυκλοφόρησε το 1990. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Τέιλορ Χάκφορντ, ενώ το σενάριο διαμόρφωσαν οι Τζόναθαν Λέμκιν και Τόνι Γκιλρόι. Πρωταγωνιστούν ο Κιάνου Ριβς, ο Αλ Πατσίνο και η Σαρλίζ Θερόν.

Ο Κέβιν Λόμαξ (Κιάνου Ριβς) είναι ένας νεαρός, εξαιρετικά ταλαντούχος δικηγόρος από τη Φλόριντα. Διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που τον κάνει σχεδόν μυθικό στον επαγγελματικό του χώρο: δεν έχει χάσει ποτέ δίκη.

Στην πραγματικότητα, όμως, το αήττητο ρεκόρ του κρύβει ήδη μια ηθική αντίφαση.

Στην εναρκτήρια σκηνή, ο Λόμαξ υπερασπίζεται έναν καθηγητή που κατηγορείται για σεξουαλική κακοποίηση μαθήτριας. Αντιλαμβάνεται ότι ο πελάτης του είναι ένοχος, αλλά προτιμά να καταρρακώσει την αξιοπιστία του κοριτσιού παρά να διακινδυνεύσει την πρώτη του ήττα.

Αυτή η σκηνή περιέχει, σε μικρογραφία, ολόκληρη την ταινία. Ο ήρωας έχει ήδη επιλέξει να τοποθετήσει τη νίκη πάνω από τη συνείδησή του, πολύ πριν συναντήσει τον Διάβολο.

Λίγο αργότερα, του προσφέρεται μια θέση σε μία από τις ισχυρότερες δικηγορικές εταιρείες της Νέας Υόρκης, την οποία διευθύνει ο μυστηριώδης Τζον Μίλτον (Αλ Πατσίνο).

Ο Μίλτον είναι ακριβώς ο άνθρωπος που ο Κέβιν θα ήθελε να γίνει. Πανίσχυρος, πάμπλουτος, ακαταμάχητος και απαλλαγμένος από κάθε φαινομενικό ηθικό περιορισμό.

Ο Κέβιν και η σύζυγός του, Μέρι Αν (Σαρλίζ Θερόν), εγκαταλείπουν τη Φλόριντα και μετακομίζουν στο Μανχάταν, όπου τους περιμένει ένας κόσμος απίστευτης πολυτέλειας.

Στην αρχή, όλα θυμίζουν ένα παραμύθι επιτυχίας. Σύντομα όμως, η ζωή τους αρχίζει να μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Η Μέρι Αν βιώνει ανεξήγητα και τρομακτικά περιστατικά. Ο Κέβιν απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τη γυναίκα του, βυθισμένος σε μια επαγγελματική πραγματικότητα όπου τα χρήματα και η νίκη μοιάζουν να δικαιολογούν τα πάντα.

Και ο Μίλτον βρίσκεται πάντοτε εκεί.

Μέχρι που αποκαλύπτεται η πραγματική του ταυτότητα.

Δεν είναι ένας ακόμη αδίστακτος δικηγόρος. Είναι ο ίδιος ο Διάβολος.

Η Ερμηνευτική Προσέγγιση του Πατσίνο

Tiene a Al Pacino y es la película con el mejor discurso de la historia

 
Αν υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο ο «Δικηγόρος του Διαβόλου» παραμένει τόσο συναρπαστικός, αυτός είναι η ερμηνεία του Αλ Πατσίνο.

Ο Αλ Πατσίνο μετατρέπει τη σκηνή σε θεατρική όπερα. Ξεκινά με χαμηλόφωνο, γοητευτικό τόνο, μεταβαίνει σε σαρκαστικό χιούμορ και κορυφώνει με βροντώδη, σχεδόν σαιξπηρική οργή. Η σωματικότητά του, το ρυθμικό βήμα και οι αυξομειώσεις της έντασης της φωνής του καθιστούν τον μονόλογο μάθημα υποκριτικής, αποδεικνύοντας ότι ο σύγχρονος Διάβολος δεν φορά κέρατα, αλλά κοστούμι υψηλής ραπτικής.

Ο ηθοποιός δεν υποδύεται τον Σατανά με τα συμβατικά χαρακτηριστικά του κινηματογραφικού τρόμου.

Αντιθέτως, τον προσεγγίζει με θεατρική εξωστρέφεια, σαρκασμό και μια σχεδόν παιδική απόλαυση του παιχνιδιού.

Ο Τζον Μίλτον αγαπά τις γυναίκες, την καλή ζωή, τη μουσική, τα αστεία και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Κυκλοφορεί ανάμεσα σε πολιτικούς, επιχειρηματίες και ισχυρούς παράγοντες της κοινωνίας σαν να βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον.

Το  χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν μοιάζει να απολαμβάνει απλώς το Κακό. Απολαμβάνει την ανθρώπινη προθυμία να το δικαιολογεί.

Ο Πατσίνο αλλάζει διαθέσεις με αστραπιαία ταχύτητα. Τη μία στιγμή είναι παιχνιδιάρης και φιλικός, την επόμενη ειρωνικός και δηλητηριώδης, και αμέσως μετά ένας εκρηκτικός, οργισμένος επαναστάτης απέναντι στον Θεό.

Αυτή η ερμηνευτική διακύμανση αποτελεί και το μεγάλο του επίτευγμα.

Πώς προετοιμάστηκε για τον ρόλο

The Devil's Advocate (1997) | MUBI

Ο Πατσίνο αναζήτησε έμπνευση από παλαιότερες κινηματογραφικές ενσαρκώσεις του Διαβόλου. Σε συνέντευξή του στους Los Angeles Times, τον Οκτώβριο του 1997, εξήγησε ότι είχε μελετήσει ιδιαίτερα την ερμηνεία του Γουόλτερ Χιούστον στην ταινία The Devil and Daniel Webster (1941).

Παρακολούθησε επίσης τον Κλοντ Ρέινς στο Angel on My Shoulder και τον Τζακ Νίκολσον στο The Witches of Eastwick.

Η ερμηνεία του Χιούστον ήταν εκείνη που τον επηρέασε περισσότερο, γιατί του έδειξε πώς η δαιμονική δύναμη μπορούσε να εκφραστεί χωρίς υπερβολικές εξωτερικές εκδηλώσεις.

Μελέτησε ακόμη τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και τον «Χαμένο Παράδεισο» του Τζον Μίλτον, αναζητώντας όχι απλώς μια εικόνα του Κακού, αλλά την ιδεολογία και την προσωπικότητα ενός έκπτωτου αγγέλου.

Ενδιαφέρον έχει ότι ο ίδιος αρχικά δεν ήθελε τον ρόλο. Θεωρούσε πως ο χαρακτήρας ήταν υπερβολικά συμβατικός και ανεπαρκώς ανεπτυγμένος.

Χρειάστηκε να ξαναγραφτεί σημαντικό μέρος του σεναρίου για να αποκτήσει ο Διάβολος κάτι περισσότερο από τις συνηθισμένες κινηματογραφικές ιδιότητες ενός τέρατος, μια ολοκληρωμένη, ενοχλητικά πειστική κοσμοθεωρία.

Κιάνου Ριβς: Ο άνθρωπος που δεν ξέρει πότε πρέπει να χάσει

Απέναντι στη χειμαρρώδη προσωπικότητα του Πατσίνο, ο Κιάνου Ριβς επιλέγει μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση.

Ο Κέβιν Λόμαξ είναι συγκρατημένος, φιλόδοξος, υπερόπτης, πεπεισμένος ότι ελέγχει τη ζωή του.

Η πορεία του δεν είναι η μεταμόρφωση ενός καλού ανθρώπου σε κακό. Είναι η σταδιακή αποκάλυψη ότι οι αρχές του ήταν εξαρχής λιγότερο ισχυρές απ' όσο πίστευε.

Η ανάγκη του να κερδίζει γίνεται ένα είδος εξάρτησης.

Ο Μίλτον δεν δημιουργεί αυτή την αδυναμία. Την αναγνωρίζει και την καλλιεργεί.

Έτσι, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες λειτουργούν ως δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: ο ένας επιθυμεί απεριόριστη επιτυχία και ο άλλος είναι πρόθυμος να την προσφέρει, με το ανάλογο τίμημα.

Σαρλίζ Θερόν: Η πραγματική τραγωδία πίσω από τον τρόμο

The Devil's Advocate (1997) - Charlize Theron as Mary Ann Lomax - IMDb

 

Η Σαρλίζ Θερόν, σε έναν από τους πρώτους σημαντικούς κινηματογραφικούς ρόλους της, παραδίδει μια ερμηνεία που λειτουργεί ως συναισθηματικό αντίβαρο στη σύγκρουση Πατσίνο και Ριβς.

Η Μέρι Αν ξεκινά ως μια δυναμική, αισιόδοξη γυναίκα, βαθιά ερωτευμένη με τον σύζυγό της.

Όταν όμως μετακομίζουν στη Νέα Υόρκη, η ζωή της αρχίζει να αποσυντίθεται.

Η πολυτέλεια μετατρέπεται σε φυλακή. Οι άνθρωποι που την περιβάλλουν μοιάζουν όλο και πιο αφύσικοι. Οι εμπειρίες της είναι τόσο τρομακτικές ώστε σταδιακά χάνει την εμπιστοσύνη της ακόμη και στην ίδια της την αντίληψη.

Το ουσιαστικότερο, όμως, είναι η στάση του συζύγου της.

Ο Κέβιν επιμένει να αντιμετωπίζει την αγωνία της σαν ένα πρόβλημα που εμποδίζει την καριέρα του. Ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί ότι κινδυνεύει, δυσκολεύεται να εγκαταλείψει τις υποθέσεις και τη θέση του.

Η τραγωδία της Μέρι Αν είναι η ανθρώπινη απόδειξη ότι η επιτυχία του Κέβιν έχει ήδη ένα δυσβάστακτο κόστος.

Ο συγκλονιστικός μονόλογος του Αλ Πατσίνο: Ο Διάβολος ως κατήγορος του Θεού

 

 

 

Το αποκορύφωμα της ταινίας διαδραματίζεται στο ρετιρέ του John Milton. Ο Lomax συνειδητοποιεί την αλήθεια και αντιμετωπίζει τον Milton, ο οποίος εξαπολύει έναν από τους πιο εμβληματικούς μονολόγους στην ιστορία του κινηματογράφου.

Είναι μια θεατρική, σχεδόν φιλοσοφική αναμέτρηση, στην οποία ο Σατανάς επιχειρεί να ανατρέψει όσα θεωρούμε αυτονόητα για το Καλό, το Κακό, την ελευθερία και την ηθική.

Ο Πατσίνο βρίσκεται στο απόγειο της εκφραστικής του δύναμης.

Πότε ψιθυρίζει συνωμοτικά, πότε ξεσπά σε βροντερό γέλιο, πότε χλευάζει, πότε οργίζεται. Περιφέρεται στον χώρο σαν ηθοποιός που έχει κατακτήσει ολοκληρωτικά τη σκηνή.

Κι όμως, η πραγματική δύναμη του μονολόγου δεν βρίσκεται στην ένταση της φωνής του. Βρίσκεται στα επιχειρήματά του.

1. Ο Θεός στο εδώλιο: Η αντιστροφή της θεϊκής εικόνας

Το πρώτο μεγάλο χτύπημα του Μίλτον στρέφεται εναντίον του Θεού.

Ο Διάβολος εμφανίζεται ως ο συνήγορος του ανθρώπου και ο Θεός ως ο αυστηρός δημιουργός που χαρίζει στους ανθρώπους επιθυμίες, ένστικτα και δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα τους απαγορεύει να τα απολαμβάνουν ανεμπόδιστα.

Σύμφωνα με τον Μίλτον, ο άνθρωπος βρίσκεται παγιδευμένος σε μια παράλογη αντίφαση: δημιουργείται με φυσικές επιθυμίες, αλλά καλείται να τις καταστείλει για να αποδείξει την ηθική του αξία.

Ο Θεός παρουσιάζεται ως ένας απόμακρος νομοθέτης, που επιβάλλει κανόνες χωρίς να συμμερίζεται τα βάσανα των δημιουργημάτων του.

Ο Μίλτον τού αποδίδει χαρακτηρισμούς όπως σαδιστής και απών ιδιοκτήτης του κόσμου.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη ανατροπή. Ο Διάβολος δεν αρνείται την ύπαρξη του Θεού. Αμφισβητεί την ηθική του νομιμοποίηση.

Δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αλλά ότι δεν αξίζει τη λατρεία και την υπακοή των ανθρώπων.

Πρόκειται για μια επιθετική αντιστροφή της θρησκευτικής αφήγησης, με ιδιαίτερη δραματική αποτελεσματικότητα.

2. «Είμαι ανθρωπιστής»: Η πιο προκλητική δήλωση του Διαβόλου

Η δεύτερη μεγάλη ιδέα του μονολόγου είναι ακόμη πιο ανατρεπτική.

Ο Μίλτον παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον πραγματικό φίλο του ανθρώπου.

Υποστηρίζει πως εκείνος βρίσκεται δίπλα στην ανθρωπότητα από την αρχή, κατανοεί τις ανάγκες και τα ένστικτά της και δεν την κρίνει για τις αδυναμίες της.

Φτάνει μάλιστα στο σημείο να αυτοχαρακτηρίζεται ανθρωπιστής — ίσως ο τελευταίος.

Η δήλωση είναι εκπληκτική ακριβώς επειδή προέρχεται από την προσωποποίηση του Κακού.

Ο Πατσίνο τη διατυπώνει με τόση πειστικότητα, ώστε για μια στιγμή ο θεατής καλείται να αναρωτηθεί: Μήπως υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτή την εξομολόγηση;

Ο Μίλτον ταυτίζει την αγάπη για τον άνθρωπο με την αποδοχή κάθε επιθυμίας του, ανεξαρτήτως συνεπειών.

Η ρητορική του είναι γοητευτική γιατί περιέχει αναγνωρίσιμες αλήθειες, αλλά τις χρησιμοποιεί για να οδηγήσει σε ένα βαθιά χειραγωγικό συμπέρασμα.

Ο Διάβολος της ταινίας δεν λέει μόνο ψέματα. Επιλέγει προσεκτικά ποιες αλήθειες θα πει.

3. Η ελεύθερη βούληση: Το μεγαλύτερο άλλοθι του Σατανά

Ίσως το πιο ενδιαφέρον φιλοσοφικό σημείο είναι η επιμονή του Μίλτον ότι ποτέ δεν ανάγκασε τον Κέβιν να κάνει τίποτα.

Του πρόσφερε ευκαιρίες, του έδειξε δρόμους, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, αλλά οι αποφάσεις, υποστηρίζει, ανήκαν πάντοτε στον ίδιο τον Κέβιν.

Είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό επιχείρημα, επειδή μεταφέρει ολόκληρο το βάρος της ηθικής ευθύνης στον άνθρωπο.

Ο Κέβιν δεν μπορεί πλέον να αποδώσει τη δυστυχία της γυναίκας του, τις επαγγελματικές του επιλογές ή τη διαφθορά του σε κάποια υπερφυσική δύναμη. Ο Μίλτον τού υπενθυμίζει ότι πάντοτε είχε τη δυνατότητα να σταματήσει.

Εδώ, όμως, αποκαλύπτεται και η βαθύτερη αντίφαση του ίδιου του Διαβόλου. Ενώ επικαλείται την ανθρώπινη ελευθερία, ενώ έχει αφιερώσει ολόκληρη την ύπαρξή του στη χειραγώγησή της.

Το ερώτημα γίνεται, επομένως, πολύ πιο σύνθετο: Πόσο ελεύθερη είναι μια επιλογή όταν κάποιος γνωρίζει απόλυτα τις αδυναμίες μας και τις χρησιμοποιεί εναντίον μας;

4. Η επίθεση στον 20ό αιώνα: Ένας Διάβολος που δηλώνει νικητής

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της σκηνής, ο Μίλτον εμφανίζεται πεπεισμένος ότι ο 20ός αιώνας τού ανήκει.

Για μια ταινία που κυκλοφόρησε το 1997, λίγο πριν από την είσοδο στη νέα χιλιετία, η συγκεκριμένη αναφορά είχε ξεχωριστή βαρύτητα.

Ο αιώνας που είχε γνωρίσει δύο παγκόσμιους πολέμους, γενοκτονίες, ολοκληρωτικά καθεστώτα και πρωτοφανείς μορφές καταστροφής παρουσιάζεται από τον Διάβολο ως η μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας του.

Παράλληλα, η κοινωνία της αφθονίας, του καταναλωτισμού και της αχαλίνωτης φιλοδοξίας μοιάζει να επιβεβαιώνει τη δύναμή του σε επίπεδο καθημερινής ζωής.

Ένας απολογισμός μιας νίκης που έχει ήδη συντελεστεί.

5. Από τη γοητεία στην οργή: Η ψυχολογία ενός έκπτωτου αγγέλου

Ο μονόλογος δεν είναι στατικός.

Ο Πατσίνο ξεκινά από την αυτοπεποίθηση ενός παντοδύναμου οικοδεσπότη, περνά στη χλεύη και στη φιλοσοφική επιχειρηματολογία και καταλήγει σε μια σχεδόν ανεξέλεγκτη έκρηξη οργής.

Εκεί αποκαλύπτεται μια άλλη διάσταση του χαρακτήρα, η πληγωμένη υπερηφάνεια.

Ο Μίλτον δεν είναι μόνο ο αντίπαλος του Θεού. Είναι και ο επαναστατημένος γιος που εξακολουθεί να αισθάνεται ταπεινωμένος από τον πατέρα του.

Η εξέγερσή του δεν είναι απαλλαγμένη από προσωπικά κίνητρα.

Πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί ελευθερίας διακρίνεται ένας χαρακτήρας που δεν αντέχει να υπάρχει κάποια ανώτερη εξουσία.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ερμηνεία του Πατσίνο τόσο σύνθετη.

Ο Διάβολός του μοιάζει πανίσχυρος, αλλά συγχρόνως είναι αιχμάλωτος της δικής του αλαζονείας.

6. Γιατί η συγκεκριμένη σκηνή είναι τόσο σπουδαία ερμηνευτικά

Ο Τέιλορ Χάκφορντ έχει αποκαλύψει στο ηχητικό σχόλιό του για την ταινία ότι ο τελικός διάλογος ήταν δημιουργία του σεναριογράφου Τόνι Γκιλρόι και ότι η ομάδα αφιέρωσε περίπου μία εβδομάδα στην προετοιμασία και τις πρόβες του.

Ο ίδιος θεωρούσε πως σχεδόν οι δύο προηγούμενες ώρες της ταινίας λειτουργούσαν ως προετοιμασία για τα τελευταία 16-17 λεπτά.

Η σκηνή γυρίστηκε τμηματικά, αλλά υπήρξαν και μεγάλα συνεχόμενα περάσματα, στα οποία οι ηθοποιοί έπαιζαν σαν να βρίσκονταν πάνω σε θεατρική σκηνή.

Ο σκηνοθέτης τόνισε επίσης ότι το ζητούμενο δεν ήταν απλώς να παρουσιαστεί ένας υπερφυσικός κακός, αλλά να αναμετρηθεί ο θεατής με τις δικές του αντιφάσεις και δικαιολογίες.

Η επιλογή αυτή εξηγεί και την ιδιαίτερη ερμηνευτική φυσιογνωμία της σκηνής.

Ο Πατσίνο δεν προσπαθεί να είναι ρεαλιστικός με τη στενή έννοια του όρου.

Επιλέγει συνειδητά τη μεγαλοπρέπεια και την υπερβολή. Ο χαρακτήρας του ενσαρκώνει  μια αρχέγονη δύναμη που θεωρεί ότι έχει επιτέλους την ευκαιρία να εξηγήσει τη δική της εκδοχή της ιστορίας.

Και ο Πατσίνο μετατρέπει αυτή την ευκαιρία σε ερμηνευτικό θρίαμβο.

«Καλύτερα να βασιλεύεις στην Κόλαση παρά να υπηρετείς στον Παράδεισο»

Η λογοτεχνική αναφορά πίσω από τον Τζον Μίλτον

Το όνομα του χαρακτήρα δεν είναι τυχαίο.

Ο Τζον Μίλτον είναι ο Άγγλος ποιητής που έγραψε τον Paradise Lost, ένα από τα σημαντικότερα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1667.

Στον «Χαμένο Παράδεισο», ο Σατανάς εμφανίζεται ως ένας περήφανος, επαναστατημένος άγγελος που αρνείται να αποδεχθεί την ήττα και την υποταγή του.

Η περίφημη ιδέα ότι είναι προτιμότερη η κυριαρχία στην Κόλαση από την υπηρεσία στον Παράδεισο αποτελεί κεντρική έκφραση της στάσης του.

Στην ταινία, ο Κέβιν επαναφέρει ακριβώς αυτή τη σκέψη κατά την αντιπαράθεσή του με τον Μίλτον.

Το όνομα, επομένως, λειτουργεί ως ευθεία αναφορά στη λογοτεχνική παράδοση του υπερήφανου, γοητευτικού και επαναστατημένου Σατανά.

Ο κινηματογραφικός Μίλτον κατασκευάζει μια λαμπρή υπεράσπιση του εαυτού του. Όπως ακριβώς ένας εξαιρετικός δικηγόρος, γνωρίζει πώς να στρέφει την προσοχή του ακροατηρίου στα στοιχεία που τον εξυπηρετούν.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ευφυείς ιδέες της ταινίας:

Ο Διάβολος δεν είναι μόνο το πρόσωπο που κατηγορείται. Είναι και ο καλύτερος συνήγορος του εαυτού του.

Η σχέση με τον Φάουστ, τη Βίβλο και την ανθρώπινη ματαιοδοξία

Η κινηματογραφική ιστορία είναι ταυτόχρονα μια σύγχρονη παραλλαγή του μύθου του Φάουστ.

Στην κλασική φαουστική παράδοση, ο άνθρωπος παρασύρεται από τη δίψα για γνώση, δύναμη και απόλαυση, φτάνοντας σε μια συμφωνία με τον Διάβολο.

Ο Κέβιν Λόμαξ δεν υπογράφει κάποιο συμβόλαιο με αίμα.

Υπογράφει, στην ουσία, μέσω των αποφάσεων που παίρνει κάθε φορά που του προσφέρεται η ευκαιρία να προχωρήσει ακόμη ένα βήμα προς την κορυφή.

Αυτή είναι η σύγχρονη διάσταση της ιστορίας.

Ο πειρασμός δεν εμφανίζεται ως μια μαγική υπόσχεση αιώνιας ζωής ή υπερφυσικής δύναμης. Παίρνει τη μορφή της επαγγελματικής ανέλιξης, της κοινωνικής αναγνώρισης και της ανεμπόδιστης απόλαυσης.

Παράλληλα, η ταινία δανείζεται στοιχεία από βιβλικές αφηγήσεις και την αποκαλυπτική παράδοση, ιδιαίτερα μέσα από το σχέδιο του Μίλτον για τη γέννηση του Αντίχριστου.

Ο Χάκφορντ έχει αναγνωρίσει ως επιρροές τόσο τον «Φάουστ» του Γκαίτε όσο και τις ταινίες Rosemary's Baby και The Omen.

Εκείνο που διαφοροποιεί τη δική του ταινία είναι ότι το υπερφυσικό στοιχείο συνδέεται με μια απόλυτα αναγνωρίσιμη κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Διάβολος δεν κατοικεί σε κάποιο στοιχειωμένο κάστρο. Κατοικεί στο Μανχάταν.

Και η εξουσία του δεν μετριέται με τελετουργίες, αλλά με επιρροή, πλούτο και πρόσβαση στους ισχυρότερους ανθρώπους του κόσμου.

Η Νέα Υόρκη ως σύγχρονη Βαβυλώνα

"Adwokat diabła" – opis, o czym jest film, czy jest książka, czy warto zobaczyć, gdzie obejrzeć?

Η ίδια η πόλη αποτελεί βασικό χαρακτήρα της ταινίας.

Η Φλόριντα αντιπροσωπεύει τον γνώριμο κόσμο του Κέβιν, έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και οι ηθικές αναφορές παραμένουν ακόμη ορατές.

Η Νέα Υόρκη, αντίθετα, παρουσιάζεται ως ένας λαβύρινθος πλούτου, αδιαφάνειας και ανεξέλεγκτης εξουσίας.

Τα τεράστια γραφεία της δικηγορικής εταιρείας, οι γυάλινες επιφάνειες, οι πολυτελείς κατοικίες και η πανοραμική θέα από τους ουρανοξύστες λειτουργούν ως σύμβολα της απόστασης ανάμεσα στους ισχυρούς και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η ταράτσα του Μίλτον, με την υδάτινη επιφάνεια που μοιάζει να αιωρείται πάνω από την πόλη.

Ο χώρος αποπνέει γαλήνη και απόλυτο έλεγχο.

Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ένα ακόμη σκηνικό αποπλάνησης.

Από εκεί ψηλά, ο Μίλτον δείχνει στον Κέβιν όλα όσα θα μπορούσε να αποκτήσει.

Η τελευταία ανατροπή: Ο Διάβολος δεν εγκαταλείπει ποτέ

Το φινάλε της ταινίας αποτελεί μια από τις πιο εύστοχες αφηγηματικές επιλογές της.

Όταν ο Κέβιν αρνείται τελικά να ολοκληρώσει το σχέδιο του Μίλτον και στρέφεται εναντίον του, φαίνεται πως καταφέρνει να ανατρέψει την πορεία του.

Η ιστορία επιστρέφει στην αρχική δικαστική υπόθεση.

Αυτή τη φορά, ο Κέβιν επιλέγει να μη συνεχίσει την υπεράσπιση του καθηγητή, γνωρίζοντας το τίμημα της επαγγελματικής του απόφασης.

Είναι η ηθική επιλογή που δεν κατάφερε να κάνει στην αρχή.

Για μια στιγμή, όλα δείχνουν ότι το Κακό έχει ηττηθεί.

Μέχρι που εμφανίζεται ένας δημοσιογράφος, ο οποίος του προσφέρει κάτι διαφορετικό: τη δυνατότητα να μετατρέψει την απόφασή του σε μια ιστορία μεγάλης δημοσιότητας.

Η προοπτική της αναγνώρισης τον γοητεύει.

Και τότε αποκαλύπτεται ότι ο δημοσιογράφος είναι μια ακόμη μορφή του Μίλτον.

Ο Διάβολος χαμογελά.

Γιατί έχει εντοπίσει μια νέα δίοδο προς τον άνθρωπο που μόλις του αντιστάθηκε.

Όχι πλέον μέσα από την επιθυμία για πλούτο.

Αλλά μέσα από την επιθυμία για ηθική επιβεβαίωση και θαυμασμό.

Η τελευταία του φράση αποτελεί το ιδανικό κλείσιμο:

«Ματαιοδοξία. Σίγουρα η αγαπημένη μου αμαρτία».

Αυτή η ανατροπή προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο έργο: ακόμη και μια πράξη ηθικού θάρρους μπορεί να μετατραπεί σε αφορμή προσωπικής αυταρέσκειας.

Το Κακό δεν χρειάζεται πάντοτε να καταστρέψει τις αρετές μας.

Μερικές φορές αρκεί να μας κάνει υπερβολικά υπερήφανους γι' αυτές.

 

Trivia: 14 συναρπαστικές ιστορίες από τα γυρίσματα

Παρασκήνια, απρόοπτα, κρυφοί συμβολισμοί και λεπτομέρειες που αξίζει να γνωρίζουμε.

  1. Ο Αλ Πατσίνο απέρριψε επανειλημμένα τον ρόλο. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Τέιλορ Χάκφορντ, ο ηθοποιός είχε απορρίψει το εγχείρημα πέντε φορές. Το πρόβλημα ήταν ότι το αρχικό σενάριο στηριζόταν υπερβολικά στα ειδικά εφέ. Οι αναθεωρήσεις που ανέδειξαν την ελεύθερη βούληση και την ηθική ευθύνη τον έπεισαν τελικά να συμμετάσχει.

    SecondTrack
  2. Ο Μπραντ Πιτ ήταν κάποτε υποψήφιος για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης της ταινίας, ο Τζόελ Σουμάχερ επρόκειτο να σκηνοθετήσει, με τον Μπραντ Πιτ συνδεδεμένο με τον χαρακτήρα του Κέβιν Λόμαξ. Εκείνη η εκδοχή δεν προχώρησε.

    Los Angeles Times
  3. Ο Κιάνου Ριβς φέρεται να δέχθηκε μικρότερη αμοιβή για τον Πατσίνο. Σύμφωνα με καταγεγραμμένο κινηματογραφικό trivia, ο Ριβς συμφώνησε σε χαμηλότερη αμοιβή ώστε να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του Πατσίνο. Η ίδια αφήγηση υποστηρίζει ότι ο Πατσίνο αργότερα προσέφερε αντίστοιχο ποσό σε φιλανθρωπικό σκοπό. Έρευνα σε αληθινές δίκες: Ο Κιάνου Ριβς πέρασε εβδομάδες παρακολουθώντας δίκες στη Νέα Υόρκη και συναναστρεφόμενος με κορυφαίους ποινικολόγους, ώστε να υιοθετήσει την αυτοπεποίθηση και τις συνήθειές τους στο δικαστήριο.

    IMDb
  4. Η σκηνή στην ταράτσα γυρίστηκε πραγματικά σε μεγάλο ύψος. Ο Πατσίνο και ο Ριβς βρίσκονταν σε κτίριο περίπου 50 ορόφων, πάνω σε μια ειδικά διαμορφωμένη επιφάνεια, λίγα μέτρα από την άκρη του κτιρίου. Ο Χάκφορντ επέμεινε να γυριστεί εκεί, παρά τις πρακτικές δυσκολίες.

    SecondTrack
  5. Η έρημη Νέα Υόρκη δεν ήταν αποκλειστικά ψηφιακό εφέ. Για τη συγκλονιστική σκηνή όπου ο Κέβιν βγαίνει στον άδειο δρόμο, η παραγωγή απομάκρυνε την κυκλοφορία από έξι οικοδομικά τετράγωνα νωρίς ένα κυριακάτικο πρωινό. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν ψηφιακές παρεμβάσεις για να εξαφανιστούν επιπλέον οχήματα και περαστικοί.

    SecondTrack
  6. Το διαμέρισμα ενός ισχυρού επιχειρηματία ήταν πραγματικά πολυτελές. Για την κατοικία του Αλεξάντερ Κάλεν χρησιμοποιήθηκε το ρετιρέ του Ντόναλντ Τραμπ στον Trump Tower της Νέας Υόρκης.

    IMDb
  7. Η σκηνή πυγμαχίας δεν ήταν στημένη. Ο αγώνας που παρακολουθούν ο Μίλτον και ο Λόμαξ ήταν πραγματικός: η αναμέτρηση του Ρόι Τζόουνς Τζούνιορ με τον Μπράιαντ Μπράνον, στις 4 Οκτωβρίου 1996, στο Madison Square Garden.

    IMDb
  8. Ο Πατσίνο αυτοσχεδίασε με τον Φρανκ Σινάτρα. Στην κορύφωση της ταινίας, ο Μίλτον χορεύει και μιμείται τον Σινάτρα στο τραγούδι It Happened in Monterey. Η ιδέα προέκυψε αυθόρμητα από τον Πατσίνο κατά τη διάρκεια πρόβας και ο σκηνοθέτης αποφάσισε να την κρατήσει.

    SecondTrack
  9. Σχεδόν άγνωστη τότε, η Theron πέρασε από οντισιόν 3 φορές. Για να αποδώσει αυθεντικά τη σχιζοφρενική κατάρρευση του χαρακτήρα της, πέρασε τρεις μήνες επισκεπτόμενη ψυχοθεραπευτή σε καθημερινή βάση. Η Σαρλίζ Θερόν έκανε επιτόπια έρευνα στη Φλόριντα. Για να προετοιμάσει τον χαρακτήρα της, ταξίδεψε στο Gainesville, όπου παρατήρησε τον τρόπο ζωής και την εμφάνιση των γυναικών της περιοχής. Το αρχικό χτένισμα της Μέρι Αν ήταν δική της πρόταση.

    SecondTrack
  10. Οι δρομείς στο πάρκο κρύβουν βιβλικό συμβολισμό. Στη σκηνή καταδίωξης του Έντι Μπαρζούν, τα χρώματα των ρούχων των τριών δρομέων παραπέμπουν στα άλογα των Ιππέων της Αποκάλυψης. Η πράσινη απόχρωση που φορά ο Μίλτον έχει επίσης ερμηνευθεί ως σύνδεση με τον Θάνατο.

    IMDb
  11. Η παραγωγή αντιμετώπισε πραγματική δικαστική διαμάχη.  Το εντυπωσιακό κινούμενο ανάγλυφο γλυπτό στον τοίχο του Milton (Humanity) προκάλεσε μήνυση από τον γλύπτη Frederick Hart. Το έργο έμοιαζε υπερβολικά με το δικό του γλυπτό Ex Nihilo στον Εθνικό Καθεδρικό Ναό της Ουάσινγκτον. Η Warner Bros. κατέληξε σε συμβιβασμό και τροποποίησε ορισμένες σκηνές στις μεταγενέστερες εκδόσεις Home Video.

    The Washington Post
  12. Το γλυπτό της κορύφωσης απαιτούσε περίπλοκα ειδικά εφέ. Για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι ανθρώπινες μορφές ζωντανεύουν, χρησιμοποιήθηκαν λήψεις πραγματικών ερμηνευτών σε συνδυασμό με ψηφιακή επεξεργασία. Ήταν μία από τις πλέον απαιτητικές τεχνικά σκηνές της παραγωγής.

    Wikipedia
  13. Ο τίτλος έχει ιστορική προέλευση. Ο όρος Advocatus Diaboli, δηλαδή «Συνήγορος του Διαβόλου», χρησιμοποιούνταν για τον αξιωματούχο της Καθολικής Εκκλησίας που διατύπωνε ενστάσεις κατά τη διαδικασία αναγνώρισης κάποιου ως αγίου. Μεταφορικά, περιγράφει κάποιον που υποστηρίζει την αντίθετη άποψη προκειμένου να δοκιμάσει την ισχύ ενός επιχειρήματος.

    New Advent
  14. Το τραγούδι των τίτλων τέλους είναι το θρυλικό Paint It Black. Η ταινία κλείνει με τους Rolling Stones, σε μια μουσική επιλογή που ενισχύει το σκοτεινό και ειρωνικό της φινάλε.

    IMDb

Η μουσική του Τζέιμς Νιούτον Χάουαρντ: Η απειλή που δεν φαίνεται

Η μουσική της ταινίας φέρει την υπογραφή του James Newton Howard και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της υποβλητικής της ατμόσφαιρας.

Ο συνθέτης αποφεύγει να μετατρέψει την αφήγηση σε ένα συμβατικό φιλμ τρόμου, με συνεχή μουσικά ξεσπάσματα.

Αντίθετα, χρησιμοποιεί ορχηστρικές εντάσεις και σκοτεινές ηχητικές υφές που δημιουργούν την αίσθηση ότι κάτι απειλητικό υπάρχει διαρκώς πίσω από την ορατή πραγματικότητα.

Η μουσική ακολουθεί τη μετάβαση από το ρεαλιστικό δικαστικό δράμα στη μεταφυσική αναμέτρηση.

Όσο η ιστορία πλησιάζει στην αποκάλυψη, τόσο η ηχητική της ταυτότητα αποκτά πιο δραματικά, σχεδόν τελετουργικά χαρακτηριστικά.

Η επιλογή του Paint It Black για το τέλος προσθέτει ένα διαφορετικό, ειρωνικό σχόλιο.

Η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τα γεγονότα. Υπογραμμίζει ότι το σκοτάδι παραμένει παρόν ακόμη κι όταν ο θεατής πιστεύει πως η ιστορία ολοκληρώθηκε.

Εισπρακτική πορεία, κριτικές και βραβεία

Ο «Δικηγόρος του Διαβόλου» δεν ήταν μια μικρή παραγωγή.

Το εκτιμώμενο κόστος της ταινίας έφτασε τα 57 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι παγκόσμιες εισπράξεις διαμορφώθηκαν περίπου στα 153 εκατομμύρια.

Η υποδοχή από τους κριτικούς ήταν περισσότερο συγκρατημένη από τη μεταγενέστερη δημοφιλία του έργου.

Ο Ρότζερ Ίμπερτ, για παράδειγμα, επισήμανε τη δυσκολία συνδυασμού του δικαστικού δράματος με το υπερφυσικό στοιχείο, θεωρώντας ότι η ταινία δεν πετυχαίνει πάντοτε την ισορροπία ανάμεσα στα δύο.

Άλλοι κριτικοί εκτίμησαν ιδιαίτερα τη θεατρικότητα και την πληθωρική ερμηνεία του Πατσίνο.

Στο Rotten Tomatoes η ταινία συγκεντρώνει 66% θετικές κριτικές, ενώ η αξιολόγηση του κοινού φτάνει το 80%, στοιχείο που καταδεικνύει την πιο θερμή υποδοχή της από τους θεατές.

Παρότι δεν αποτέλεσε οσκαρικό φαινόμενο, διακρίθηκε στα βραβεία του φανταστικού και τρομακτικού κινηματογράφου.

Το 1998 απέσπασε το Saturn Award Καλύτερης Ταινίας Τρόμου, ενώ ο Αλ Πατσίνο ήταν υποψήφιος για Saturn Καλύτερου Ηθοποιού. Η ταινία είχε επίσης υποψηφιότητες για σενάριο και μακιγιάζ, ενώ ο Πατσίνο προτάθηκε και για το MTV Movie Award Καλύτερου Κακού.

Η κληρονομιά μιας ταινίας που μιλά περισσότερο για τους ανθρώπους παρά για τον Διάβολο

Η διαχρονικότητα του «Δικηγόρου του Διαβόλου» οφείλεται στο γεγονός ότι τα ουσιαστικά του ερωτήματα υπερβαίνουν το θρησκευτικό και υπερφυσικό πλαίσιο.

Η ταινία δεν απευθύνεται μόνο σε όσους ενδιαφέρονται για τη βιβλική αναμέτρηση του Καλού με το Κακό.

Μιλά για κάθε άνθρωπο που βρέθηκε μπροστά σε ένα ηθικό δίλημμα, σε έναν επαγγελματικό συμβιβασμό, σε μια επιλογή ανάμεσα στην προσωπική επιτυχία και την ευθύνη απέναντι στους άλλους.

Μιλά για την εξουσία που ασκεί η επιθυμία της αναγνώρισης, για τη γοητεία του χρήματος και για την ευκολία με την οποία μπορούμε να κατασκευάσουμε επιχειρήματα που δικαιολογούν τις πράξεις μας.

Και, πάνω απ' όλα, μιλά για τη ματαιοδοξία.

Ο Τζον Μίλτον δεν είναι ένας συνηθισμένος κινηματογραφικός κακός. Είναι ένας αριστοτέχνης της πειθούς, επειδή αντιλαμβάνεται ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταστρέψεις κάποιον δεν είναι να τον αναγκάσεις να κάνει αυτό που δεν θέλει.

Είναι να του προσφέρεις ακριβώς αυτό που επιθυμεί περισσότερο.

Ο Αλ Πατσίνο χαρίζει σε αυτή την ιδέα μια από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες της καριέρας του. Έναν Διάβολο που γελά, χορεύει, φιλοσοφεί, οργίζεται και υπερασπίζεται τα επιχειρήματά του με τη δεξιοτεχνία ενός ιδιοφυούς συνηγόρου.

Και έναν μονόλογο που δεν μένει στη μνήμη μόνο για τη δύναμη της ερμηνείας του, αλλά επειδή προκαλεί τον θεατή να εξετάσει τα επιχειρήματα ακόμη κι εκείνου που γνωρίζει ότι εκπροσωπεί το Κακό.

Και τότε ο τελευταίος, ειρωνικός ισχυρισμός του Τζον Μίλτον περί ματαιοδοξίας αποκτά ολόκληρο το νόημά του.

"Vanity, definitely my favorite sin" («Ματαιοδοξία, σίγουρα η αγαπημένη μου αμαρτία»).

Γιατί ο Διάβολος μπορεί να χάσει μια μάχη.

Αλλά πάντα θα αναζητήσει την επόμενη ανθρώπινη αδυναμία.

Οι παραλληλισμοί της ταινίας με τον «Χαμένο Παράδεισο» του Τζον Μίλτον

Η χρήση του ονόματος John Milton για τον χαρακτήρα του Αλ Πατσίνο δεν είναι μια απλή σύμπτωση, αλλά ο θεμελιώδης άξονας πάνω στον οποίο βασίζεται η σεναριακή και φιλοσοφική δομή της ταινίας.

Το έπος του Άγγλου ποιητή Τζον Μίλτον, Paradise Lost (Χαμένος Παράδεισος, 1667), αφηγείται την έκπτωση του Εωσφόρου από τον Ουρανό και τη μεταγενέστερη πτώση του Αδάμ και της Εύας. Η ταινία μεταφέρει αυτό ακριβώς το πλαίσιο στον σύγχρονο, εταιρικό κόσμο της Νέας Υόρκης.

1. Ο Χαρισματικός Σατανάς: «Better to reign in Hell than serve in Heaven»

Στον Χαμένο Παράδεισο, ο Σατανάς παρουσιάζεται ως ο πιο γοητευτικός, ευφραδής και σύνθετος χαρακτήρας. Δεν είναι ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά ένας τραγικός και υπερήφανος επαναστάτης που συνοψίζει τη στάση του στη διάσημη φράση: «Καλύτερα να βασιλεύεις στην Κόλαση, παρά να υπηρετείς στον Ουρανό» (Better to reign in Hell, than serve in Heav'n).

  • Στην ταινία: Ο John Milton του Αλ Πατσίνο ενσαρκώνει απόλυτα αυτή τη φιλοσοφία. Απορρίπτει την υποταγή στον Θεό, αυτοαποκαλείται «ανθρωπιστής» και επιλέγει να βασιλεύσει στη Γη (και ειδικότερα στον 20ό αιώνα), προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιθυμούν: εξουσία, ηδονή και επικράτηση.

2. Η Ματαιοδοξία και η Ύβρις ως Αιτία της Πτώσης

Στο ποιητικό έργο του Μίλτον, η υπερηφάνεια (Prid/Hubris) είναι το αρχικό αμάρτημα που οδηγεί τον Εωσφόρο στην έκπτωση και στη συνέχεια παρασύρει τον άνθρωπο.

  • Στην ταινία: Η υπερηφάνεια μετουσιώνεται στη σύγχρονη μορφή της: τη ματαιοδοξία (Vanity). Ο Kevin Lomax (Keanu Reeves) δεν παρασύρεται από κάποια εξωτερική σωματική βία, αλλά από την εσωτερική του ανάγκη να μην χάσει ποτέ δίκη. Ο Milton εκμεταλλεύεται την αλαζονεία του Lomax, αποδεικνύοντας ότι το κακό δεν χρειάζεται να επιβληθεί· αρκεί να τροφοδοτήσει το εγώ του ανθρώπου.

3. Η Ελεύθερη Βούληση (Free Will)

Η κεντρική θεολογική θέση του Μίλτον στον Χαμένο Παράδεισο είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «ικανός να σταθεί, αλλά ελεύθερος να πέσει» (Sufficient to have stood, though free to fall). Ο Θεός δεν εξαναγκάζει την υπακοή, ούτε ο Σατανάς μπορεί να αναγκάσει την αμαρτία.

  • Στην ταινία: Ο Milton το τονίζει επανειλημμένα στον Lomax: "I only set the stage. You pull the trigger". Ο Lomax είχε την ελεύθερη επιλογή να αποσυρθεί από τη δίκη του παιδεραστή καθηγητή στη Φλόριντα, να αφιερώσει χρόνο στη γυναίκα του ή να εγκαταλείψει την εταιρεία. Επιλέγει όμως συνειδητά την καριέρα και τη νίκη, καθιστώντας τον εαυτό του αρχιτέκτονα της δικής του καταστροφής.

4. Από το «Pandemonium» στα Ρετιρέ του Μανχάταν

Στο Paradise Lost, ο Σατανάς και οι έκπτωτοι άγγελοι χτίζουν την πρωτεύουσα της Κόλασης, το Pandemonium (Πανδαιμόνιο), ένα λαμπερό, χρυσό και επιβλητικό παλάτι σχεδιασμένο να ανταγωνιστεί τον Ουρανό.

  • Στην ταινία: Το Πανδαιμόνιο είναι η ίδια η Νέα Υόρκη και ειδικότερα τα γραφεία και τα ρετιρέ της νομικής εταιρείας. Επιβλητικοί ουρανοξύστες, γυάλινες επιφάνειες, πολυτελή πάρτι και το εντυπωσιακό κινούμενο ανάγλυφο στο διαμέρισμα του Milton συνθέτουν τον ναό της σύγχρονης εξουσίας, όπου η ηθική αντικαθίσταται από το δικανικό κέρδος.

5. Η Πτώση της Εύας και η Κατάρρευση της Mary Ann

Στο έπος του 17ου αιώνα, ο Σατανάς πλησιάζει την Εύα εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη φύση της, την κολακεία και την επιθυμία για γνώση, οδηγώντας την στην απομόνωση από τον Αδάμ.

  • Στην ταινία: Η Mary Ann (Charlize Theron) απομονώνεται σταδιακά στο πολυτελές διαμέρισμα της Νέας Υόρκης. Παρασύρεται αρχικά από τη λαμπερή ζωή και τις συμβουλές των γυναικών του περιβάλλοντος του Milton (που λειτουργούν ως δαίμονες-πειρασμοί), για να καταλήξει σε πλήρη ψυχική κατάρρευση όταν συνειδητοποιεί την αληθινή φύση του κόσμου στον οποίο εισήλθε.

Σύνοψη: Η Διαχρονικότητα του Μύθου

Η δύναμη του Δικηγόρου του Διαβόλου έγκειται στο ότι δεν αντιμετωπίζει τον Χαμένο Παράδεισο ως μια παρωχημένη αλληγορία, αλλά ως ένα διαχρονικό υπαρξιακό μοντέλο.

Όπως έγραψε ο Τζον Μίλτον:

«Ο νους είναι ο ίδιος του ο τόπος, και από μόνος του μπορεί να κάνει την Κόλαση Ουρανό και τον Ουρανό Κόλαση.»

Η ταινία αποδεικνύει ακριβώς αυτό: η Κόλαση δεν είναι ένας τόπος με φωτιές, αλλά η κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο άνθρωπος όταν παραδίδει την ψυχή του στη ματαιοδοξία.

Σύγκριση της ταινίας  με τον μύθο του Φάουστ και το έργο του Γκαίτε

4 Κινηματογραφικοί Διάβολοι

Η απεικόνιση του Σατανά στον κινηματογράφο μετατοπίστηκε σταδιακά από τα παραδοσιακά τέρατα με τα κέρατα σε κομψές, ανθρώπινες και εξαιρετικά χαρισματικές προσωπικότητες. Ο Σατανάς του Αλ Πατσίνο στον Δικηγόρο του Διαβόλου αποτελεί ορόσημο αυτής της εξέλιξης, αλλά αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν συγκριθεί με άλλες εμβληματικές ερμηνείες

1. Al Pacino (John Milton) – The Devil's Advocate (1997)

Ο Εταιρικός Ηδονιστής & Χαρισματικός «Ανθρωπιστής»

  • Στυλ & Εμφάνιση: Σύγχρονος, κομψός, επιβλητικός, ντυμένος με κοστούμια υψηλής ραπτικής. Ζει στη χλιδή των ρετιρέ της Νέας Υόρκης και κινείται με άνεση στους διαδρόμους της εξουσίας.

  • Μέθοδος Πειρασμού: Εκμεταλλεύεται την ελεύθερη βούληση και τη ματαιοδοξία. Δεν εξαναγκάζει· προσφέρει ευκαιρίες, κολακεύει το "εγώ" και αφήνει το θύμα να αυτοκαταστραφεί.

  • Ερμηνευτικός Τόνος: Εκρηκτικός, θεατρικός, σαιξπηρικός. Ο Πατσίνο γεμίζει την οθόνη με βροντερή φωνή, σαρκαστικό χιούμορ και μια σχεδόν οπερατική ενέργεια.

  • Φιλοσοφία: Παρουσιάζεται ως ο «τελευταίος ανθρωπιστής» που αγκαλιάζει τις ανθρώπινες επιθυμίες, σε αντίθεση με έναν Θεό που θεωρεί «απόντα ιδιοκτήτη».

2. Robert De Niro (Louis Cyphre) – Angel Heart (1987)

Ο Σιωπηλός, Σκοτεινός Συλλέκτης Ψυχών

  • Στυλ & Εμφάνιση: Κλασική, υποβλητική κομψότητα της δεκαετίας του '50. Με μακριά μαλλιά, προσεγμένο γένι, σκοτεινό κοστούμι, μακριά νύχια και ένα μπαστούνι με ασημένια λαβή.

  • Μέθοδος Πειρασμού: Η αναπόδραστη μοίρα και το ανεξόφλητο χρέος. Ο Louis Cyphre (λογοπαίγνιο του Lucifer) δεν προσπαθεί να πείσει το θύμα του (Mickey Rourke)· απλώς παρακολουθεί την αναπόφευκτη αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας μιας συμφωνίας που έχει ήδη γίνει.

  • Ερμηνευτικός Τόνος: Χαμηλόφωνος, παγωμένος, απόλυτα ήρεμος. Η ερμηνεία του Ντε Νίρο στηρίζεται σε μικρές λεπτομέρειες — όπως ο αργός, μεθοδικός τρόπος που ξεφλουδίζει ένα βραστό αυγό, συμβολίζοντας την απογύμνωση της ψυχής του πρωταγωνιστή.

  • Φιλοσοφία: Ο Διάβολος ως ο αμείλικτος λογιστής του πεπρωμένου. Δεν χρειάζεται να φωνάξει ή να εντυπωσιάσει, γιατί η ψυχή του ανήκει ήδη.

3. Peter Stormare (Lucifer) – Constantine (2005)

Ο Γκροτέσκος, Αναρχικός Άρχοντας του Σκότους

  • Στυλ & Εμφάνιση: Ολόλευκο κοστούμι που έρχεται σε τρομακτική αντίθεση με τα γυμνά, λερωμένα με μαύρη πίσσα πόδια του. Εμφανίζεται στάζοντας λάδι και σκοτάδι, συνδυάζοντας την αριστοκρατικότητα με τη σήψη.

  • Μέθοδος Πειρασμού: Άμεση, σωματική και απειλητική παρέμβαση. Ο Lucifer του Stormare κινείται στα όρια των «κανόνων» του στοιχήματος που έχει με τον Θεό, αλλά εκδηλώνει μια βαθιά προσωπική εμπάθεια και μίσος για τον John Constantine (Keanu Reeves).

  • Ερμηνευτικός Τόνος: Παράλογος, διεστραμμένα αστείος, ασταθής και απρόβλεπτος. Παρά τα μόλις 5-7 λεπτά χρόνου στην οθόνη, ο Στόρμαρε κλέβει την παράσταση με την παράξενη σωματικότητα και την υγρή, συριστική φωνή του.

  • Φιλοσοφία: Η ενσάρκωση του καθαρού κακού που απολαμβάνει το βασανιστήριο, αλλά ταυτόχρονα δεσμεύεται από τους συμπαντικούς γραφειοκρατικούς κανόνες της Δημιουργίας.

4. Jack Nicholson (Daryl Van Horne) – The Witches of Eastwick (1987)

Ο Διονυσιακός Πειραστής & Αναρχικός Ηδονιστής

  • Στυλ & Εμφάνιση: Εκκεντρικός, ατημέλητος, ακατέργαστος αλλά εθιστικά γοητευτικός. Φοράει αέρινες μεταξωτές ρόμπες, έντονα χρώματα και κυκλοφορεί με το χαρακτηριστικό διαβολικό χαμόγελο του Νίκολσον. Δεν κρύβεται σε εταιρικά γραφεία ούτε σε σκοτεινά σοκάκια, αλλά εισβάλλει στην πουριτανική κοινωνία μιας μικρής πόλης της Νέας Αγγλίας.

  • Μέθοδος Πειρασμού: Εκμεταλλεύεται τις καταπιεσμένες επιθυμίες, τη σεξουαλική απογοήτευση και τη λαχτάρα για δημιουργική ελευθερία τριών γυναικών (Cher, Susan Sarandon, Michelle Pfeiffer). Τις «ξεκλειδώνει» προσφέροντάς τους ηδονή, αυτοπεποίθηση και δύναμη, μετατρέποντας τις κρυφές τους φαντασιώσεις σε πραγματικότητα.

  • Ερμηνευτικός Τόνος: Αναρχικός, κωμικός, εξωφρενικός και ηδονιστικός. Ο Νίκολσον δίνει μια ερμηνεία γεμάτη σωματικότητα, ακατάσχετη ενέργεια και γροτέσκο χιούμορ — με κορύφωση τον περίφημο μονόλογο στην εκκλησία για τις γυναίκες και τη φύση.

  • Φιλοσοφία: Ο Διάβολος ως η απόλυτη απελευθέρωση από τα κοινωνικά ταμπού, τη συστολή και τους ηθικούς περιορισμούς. Εκπροσωπεί τη χαοτική φύση, την αχαλίνωτη επιθυμία και την ηδονή χωρίς ενοχές.

Διευρυμένος Συγκριτικός Πίνακας (4 Κινηματογραφικοί Διάβολοι)

ΧαρακτηριστικόAl Pacino (Devil's Advocate)Jack Nicholson (Witches of Eastwick)Robert De Niro (Angel Heart)Peter Stormare (Constantine)
ΑρχέτυποΕταιρικός ΗγέτηςΔιονυσιακός Σάτυρος / ΠειραστήςΣκοτεινός Αριστοκράτης / NoirΓκροτέσκος Άρχοντας του Σκότους
Πεδίο ΔράσηςΡετιρέ Νέας Υόρκης & ΔικαστήριαΠολυτελές αρχοντικό σε επαρχιακή πόληΣκοτεινά εκκλησάκια & Noir HarlemΜεταφυσικό κατώφλι Κολάσεως
Κύρια Αμαρτία / ΕργαλείοΜαταιοδοξία & ΦιλοδοξίαΛαγνεία & Καταπιεσμένη ΕπιθυμίαΕνοχή & Ανεξόφλητο ΧρέοςΜίσος & Μεταφυσική Απειλή
Ύφος ΕρμηνείαςΘεατρικό, εκρηκτικό, οπερατικόΑναρχικό, κωμικό, εξωφρενικόΣιωπηλό, υποβλητικό, παγωμένοΠαράδοξο, διεστραμμένα ασταθές
Σχέση με το ΘύμαΠατέρας & Εταιρικός ΜέντοραςΕραστής & ΑπελευθερωτήςΔανειστής που εισπράττειΑιώνιος εχθρός & Βασανιστής

Pacino vs. Nicholson: Η Μάχη των δύο Γιγάντων

Η σύγκριση ανάμεσα στον Αλ Πατσίνο και τον Τζακ Νίκολσον είναι η πιο ενδιαφέρουσα, καθώς και οι δύο επέλεξαν εκρηκτικές, θεατρικές ερμηνείες:

  • Ο Pacino στοχεύει στο Εγώ (Ego): Ο John Milton είναι ο Διάβολος του πνεύματος, της καριέρας, της νομικής ισχύος και της αλαζονείας. Στοχεύει στην ανάγκη του ανθρώπου να κυριαρχήσει στους άλλους.

  • Ο Nicholson στοχεύει στο Σώμα και το Συναίσθημα (Id): Ο Daryl Van Horne είναι ο Διάβολος των αισθήσεων, της σαρκικής απόλαυσης και της εξέγερσης απέναντι στον πουριτανισμό. Στοχεύει στην ανάγκη του ανθρώπου να απελευθερωθεί από τους κανόνες.

Ενώ ο Πατσίνο φοράει το αψεγάδιαστο κοστούμι του δικηγόρου για να ελέγξει τον κόσμο, ο Νίκολσον βγάζει τα ρούχα του, παίζει πιάνο, λύνεται στα γέλια και προκαλεί χάος, αποδεικνύοντας ότι το Κακό μπορεί να είναι ταυτόχρονα τρομακτικό και υπερβολικά διασκεδαστικό.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου