Ένας άνδρας κάθεται μπροστά στον καθρέφτη και τραβά με τα δάχτυλα τις άκρες του στόματός του. Προσπαθεί να κατασκευάσει ένα χαμόγελο. Το πρόσωπο υπακούει, το βλέμμα αντιστέκεται. Ένα δάκρυ κυλά μέσα από το μακιγιάζ του κλόουν. Στα πρώτα λεπτά του «Joker», ο Τοντ Φίλιπς μάς έχει ήδη τοποθετήσει απέναντι στην πιο βασανιστική αντίφαση της ταινίας: στην υποχρέωση ενός ανθρώπου να προσφέρει χαρά, την ώρα που ο ίδιος καταρρέει.
Επιμέλεια αφιερώματος: Ρένα Παυλάκη

Στις 4 Οκτωβρίου 2019, η ταινία με τον Χοακίν Φίνιξ ξεκίνησε την εμπορική της πορεία στις αμερικανικές αίθουσες. Το πρώτο τριήμερο, 4–6 Οκτωβρίου, συγκέντρωσε 96,2 εκατομμύρια δολάρια σε ΗΠΑ και Καναδά, κατακτώντας την κορυφή του box office και το τότε ρεκόρ ανοίγματος για τον Οκτώβριο. Αργότερα έγινε η πρώτη ταινία κατηγορίας R —με υποχρεωτική συνοδεία γονέα ή ενήλικου κηδεμόνα για θεατές κάτω των 17 ετών στις ΗΠΑ— που ξεπέρασε το ένα δισεκατομμύριο δολάρια παγκοσμίως. [1][2]
Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρισκόταν μια ασυνήθιστη επιτυχία: ένα ζοφερό δράμα χαρακτήρα, με έναν πρωταγωνιστή που δυσκολεύεται να μιλήσει, να σχετιστεί, να σταθεί μέσα στον κόσμο. Μια ταινία που απέκτησε τη μαζικότητα υπερθεάματος, ενώ το πραγματικό της πεδίο μάχης ήταν ένα πρόσωπο.
Επτά χρόνια αργότερα, η δύναμή της παραμένει σε αυτή την άβολη εγγύτητα. Μας βάζει να ακολουθήσουμε έναν άνθρωπο που υποφέρει, μέχρι το σημείο όπου ο πόνος του γίνεται βία εναντίον άλλων. Και τότε μας αφήνει να αναμετρηθούμε με όσα αισθανθήκαμε στη διαδρομή.

Πριν από τον μύθο, ένας άνθρωπος που ζητά να τον δουν
Ο Άρθουρ Φλεκ εργάζεται ως κλόουν και ονειρεύεται να γίνει κωμικός. Ζει με τη μητέρα του σε ένα φθαρμένο διαμέρισμα και κινείται σε μια Γκόθαμ όπου τα σκουπίδια, η ένταση και η κοινωνική περιφρόνηση καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο. Η ταινία παρουσιάστηκε εξαρχής ως αυτοτελής, πρωτότυπη ιστορία προέλευσης του χαρακτήρα, με σενάριο των Φίλιπς και Σκοτ Σίλβερ. [3]
Αυτό επιτρέπει στον Φίλιπς να μεταφέρει το βάρος από τη γνώριμη μυθολογία της DC στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου που αποτυγχάνει διαρκώς να γίνει αποδεκτός. Ο Άρθουρ επιθυμεί ένα κοινό, ένα τρυφερό βλέμμα, μια αναγνώριση που θα επιβεβαιώσει ότι η παρουσία του έχει σημασία.
Η φιλοδοξία του να προκαλεί γέλιο αποκτά έτσι τραγική διάσταση. Αντιλαμβάνεται την κωμωδία ως εισιτήριο συμμετοχής σε έναν κόσμο του οποίου αδυνατεί να κατανοήσει τους κώδικες. Γράφει αστεία, παρακολουθεί άλλους κωμικούς, προσπαθεί να μιμηθεί τον ρυθμό τους. Όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο πιο εκτεθειμένος γίνεται.
Η ταινία χτίζεται πάνω σε μικρές στιγμές εξευτελισμού πριν φτάσει στις μεγάλες εκρήξεις της. Ένα βλέμμα αποδοκιμασίας, ένα ξέσπασμα γέλιου εις βάρος του, μια πόρτα που κλείνει. Η συσσώρευση δημιουργεί την αίσθηση ότι ο Άρθουρ ζει μέσα σε μια διαρκή δημόσια αποτυχία, χωρίς ασφαλή χώρο για να αποσυρθεί.

Χοακίν Φίνιξ: το σώμα ως ημερολόγιο της συντριβής
Η ερμηνεία του Φίνιξ δίνει σε αυτή την αποτυχία σωματική μορφή. Οι προτεταμένες ωμοπλάτες, οι κλειστοί ώμοι, το αβέβαιο βάδισμα και η αμηχανία των χεριών προηγούνται συχνά του διαλόγου. Ο Άρθουρ μοιάζει να ζητά συγγνώμη για τον χώρο που καταλαμβάνει.
Το γέλιο του είναι ο πυρήνας της ερμηνείας. Ξεσπά εκεί όπου οι κοινωνικές συμβάσεις απαιτούν σιωπή, εμποδίζει την επικοινωνία και τον εκθέτει σε νέα επιθετικότητα. Ακούγεται σαν πάλη ανάμεσα στην αναπνοή και στον λυγμό. Ο θεατής βλέπει την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει στο πρόσωπο και σε αυτό που βιώνει ο άνθρωπος πίσω του.
Καθώς ο Άρθουρ μεταμορφώνεται, αλλάζει η σχέση του με το σώμα του. Οι κινήσεις ανοίγουν. Η αμηχανία παραχωρεί τη θέση της σε μια παράξενη τελετουργική αυτοπεποίθηση. Αυτή η εξέλιξη κάνει την ερμηνεία τόσο ανησυχητική: η εξωτερική απελευθέρωση συμπίπτει με την ηθική κατάρρευση.
Ο Φίνιξ αποφεύγει να κατασκευάσει έναν διαρκώς επιβλητικό «κακό». Διατηρεί στον χαρακτήρα την αδεξιότητα, την παιδικότητα και την ανάγκη για επιδοκιμασία, ακόμη και όταν γίνεται τρομακτικός. Η απονομή του Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου το 2020 επισφράγισε μια ερμηνεία που αποτελεί τον κινητήριο μηχανισμό ολόκληρης της ταινίας.


Η Γκόθαμ και η κληρονομιά του Σκορσέζε
Η πόλη του «Joker» έχει τη φθορά μιας μητρόπολης που έπαψε να πιστεύει στον εαυτό της. Η ιστορία τοποθετείται το 1981, και η συγγένειά της με τη Νέα Υόρκη εκείνης της εποχής είναι καθοριστική για την εικόνα της. Ο διευθυντής φωτογραφίας Λόρενς Σερ έχει μιλήσει για αυτή την αφετηρία στη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της κόσμου. [5]
Οι συγγένειες με τον «Ταξιτζή» και τον «Βασιλιά της Κωμωδίας» του Μάρτιν Σκορσέζε είναι ευδιάκριτες: η αστική αποξένωση, η μοναχική περιπλάνηση, η επιθυμία ενός αποκλεισμένου ανθρώπου να περάσει στο κέντρο της δημόσιας προσοχής. Η παρουσία του Ρόμπερτ Ντε Νίρο ως τηλεοπτικού παρουσιαστή Μάρεϊ Φράνκλιν προσθέτει έναν εύγλωττο κινηματογραφικό αντίλαλο. Ο ηθοποιός που ενσάρκωσε τον επίδοξο κωμικό Ρούπερτ Πάπκιν στον «Βασιλιά της Κωμωδίας» βρίσκεται εδώ στην άλλη πλευρά: ως το πρόσωπο που διαθέτει το βήμα και αποφασίζει ποιος θα γίνει θέαμα.
Ο Φίλιπς αξιοποιεί αυτή τη συγγένεια για να δημιουργήσει μια Γκόθαμ αναγνωρίσιμη στην υλική της πραγματικότητα. Βαγόνια, λεωφορεία, γραφεία κοινωνικών υπηρεσιών, διάδρομοι και διαμερίσματα σχηματίζουν έναν ασφυκτικό χάρτη. Η πόλη επιδρά πάνω στους ανθρώπους με την εγκατάλειψη και τη μόνιμη τριβή της.
Η φωτογραφία οργανώνει αυτό το αίσθημα μέσα από κιτρινωπούς φωτισμούς, ψυχρά πράσινα, σκοτεινά εσωτερικά και χρώματα που μοιάζουν ποτισμένα από τη φθορά. Όταν το κόκκινο κοστούμι του Τζόκερ κυριαρχεί στην εικόνα, η ορατότητά του έχει πλέον κάτι επιθετικό: ο άνθρωπος που χανόταν μέσα στο κάδρο επιβάλλει την παρουσία του.

Η μουσική που άκουσε τον Άρθουρ πριν από την κάμερα
Η Ισλανδή συνθέτρια Χίλντουρ Γκουντναντότιρ άρχισε να γράφει μουσική με αφετηρία το σενάριο, πριν από τα γυρίσματα. Το υλικό της έφτασε στο πλατό και επηρέασε την ίδια τη δημιουργία σκηνών. Ο χαρακτηριστικός χορός του Άρθουρ στη δημόσια τουαλέτα διαμορφώθηκε με τη μουσική της να λειτουργεί ως οδηγός για την κίνηση του Φίνιξ. [6]
Η βαριά, σκοτεινή χροιά των εγχόρδων δίνει την αίσθηση ενός εσωτερικού βάρους που αποκτά ήχο. Η μουσική αφήνει χώρο στη σιωπή, στην αναπνοή, στην προσμονή. Σε πολλά σημεία μοιάζει να γνωρίζει κάτι για τον Άρθουρ που ο ίδιος δεν μπορεί ακόμη να εκφράσει.
Ο χορός στην τουαλέτα είναι κομβικός ακριβώς γι’ αυτό. Μετά τη βία, η αφήγηση επιβραδύνεται. Το σώμα αρχίζει να κινείται με μια ηρεμία που προκαλεί μεγαλύτερη αναστάτωση από έναν ακόμη πανικό. Μπορεί να διαβαστεί ως η πρώτη ιδιωτική τελετή αποδοχής της καινούργιας του ταυτότητας.
Η Γκουντναντότιρ κέρδισε το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής. Το «Joker» ολοκλήρωσε έτσι την οσκαρική του διαδρομή με δύο βραβεία, από έντεκα υποψηφιότητες.
Οι σκάλες: η κάθοδος που μοιάζει με θρίαμβο
Ελάχιστες εικόνες της ταινίας απέκτησαν την αυτονομία του χορού στις σκάλες. Ο Άρθουρ, με πράσινα μαλλιά, βαμμένο πρόσωπο και κόκκινο κοστούμι, κατεβαίνει με μια εκρηκτική αίσθηση ελευθερίας. Ο χώρος που συνδεόταν με την κοπιαστική καθημερινότητά του μετατρέπεται σε προσωπική σκηνή.
Η δύναμη της εικόνας βρίσκεται στην αντίφαση που δημιουργεί. Αισθητικά, η κίνηση είναι απελευθερωτική. Μέσα στην ιστορία, όμως, ο θεατής γνωρίζει το κόστος της. Η γοητεία της σκηνής μάς φέρνει αντιμέτωπους με τον τρόπο που ο κινηματογράφος μπορεί να προσδώσει ομορφιά ακόμη και σε μια τρομακτική μεταμόρφωση.
Οι πραγματικές σκάλες στο Μπρονξ έγιναν γρήγορα σημείο προσέλευσης επισκεπτών που φωτογραφίζονταν και μιμούνταν τον χορό, όπως κατέγραψε το Reuters τον Οκτώβριο του 2019. [7]
Ήταν ένα μικρό, χαρακτηριστικό παράδοξο της υποδοχής του «Joker»: μια εικόνα γεννημένη μέσα σε μια ιστορία κοινωνικής απομόνωσης μετατράπηκε σε τουριστική εμπειρία και προσωπικό στιγμιότυπο για τα κοινωνικά δίκτυα. Η ταινία είχε ήδη αρχίσει να ζει έξω από τον έλεγχο της αφήγησής της.

Κοινωνική εγκατάλειψη, προσωπική ευθύνη
Η διακοπή της κοινωνικής υποστήριξης που λαμβάνει ο Άρθουρ είναι από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του έργου. Η πρόσβασή του σε βοήθεια συρρικνώνεται μέσα σε μια διοικητική διαδικασία, σχεδόν αθόρυβα. Η ψυχρότητα αυτής της σκηνής δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στη γενική εικόνα μιας πόλης που εγκαταλείπει τους πιο ευάλωτους.
Αντίστοιχα, η στάση του Τόμας Γουέιν αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και σε όσους διεκδικεί να εκπροσωπήσει. Η περιφρόνηση γίνεται δημόσια γλώσσα. Οι κοινωνικές διαφορές μετατρέπονται σε διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνους που δικαιούνται να μιλούν και σε εκείνους που μπορούν να γελοιοποιούνται.
Η ταινία προσφέρεται έτσι για μια ανάγνωση γύρω από την ανισότητα, τη συρρίκνωση της φροντίδας και τη συσσωρευμένη ταπείνωση. Η ανάγνωση αυτή, όμως, χρειάζεται να αφήνει χώρο στην προσωπική ευθύνη. Η κατανόηση των τραυμάτων του Άρθουρ δεν συνεπάγεται αποδοχή των εγκλημάτων του. Ούτε η μυθοπλαστική του διαδρομή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενικό συμπέρασμα για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ψυχικές δυσκολίες ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Ακριβώς εδώ δοκιμάζεται ο θεατής: μπορεί να διατηρήσει τη συμπόνια του για τον άνθρωπο χωρίς να υιοθετήσει τη δικαιολόγηση που εκείνος κατασκευάζει για τον εαυτό του;

Η τηλεόραση ως μηχανή αναγνώρισης και εξευτελισμού
Για τον Άρθουρ, ο Μάρεϊ Φράνκλιν εκπροσωπεί την αποδοχή που του λείπει. Η φαντασίωση της συνάντησής τους έχει σχεδόν οικογενειακή ζεστασιά. Επιθυμεί να τον προσέξει, να τον καταλάβει, να τον ξεχωρίσει μέσα στο κοινό.
Όταν όμως η τηλεόραση τον ανακαλύπτει, τον χρησιμοποιεί ως υλικό γελοιοποίησης. Η αποτυχία του γίνεται περιεχόμενο. Ο άνθρωπος που ονειρευόταν να κάνει τους άλλους να γελάσουν βρίσκεται να καταναλώνεται ως αστείο.
Η τελική εμφάνιση στην εκπομπή συγκεντρώνει τις αντιφάσεις της ταινίας: ανάγκη για επικοινωνία, μνησικακία, θεατρικότητα και βία. Το στούντιο προσφέρει στον Άρθουρ αυτό που αναζητούσε, τη μέγιστη ορατότητα, τη στιγμή που έχει χάσει κάθε δυνατότητα ουσιαστικής συνάντησης με τους άλλους.
Αυτή η διάσταση κρατά το «Joker» κοντά στη σύγχρονη εμπειρία της δημόσιας έκθεσης. Ο εξευτελισμός μπορεί να αναπαραχθεί ως ψυχαγωγία, ενώ η αναγνωρισιμότητα προσφέρεται ως υποκατάστατο της σχέσης. Η ταινία δείχνει πόσο καταστροφικό μπορεί να γίνει αυτό το μπέρδεμα μέσα στον δικό της μυθοπλαστικό κόσμο.

Η μεγάλη διαφωνία: κατανόηση ή εξιδανίκευση;
Ήδη πριν από την ευρεία κυκλοφορία, το «Joker» είχε προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση. Κριτικοί εξέφρασαν φόβους ότι η οπτική του θα μπορούσε να εξιδανικεύσει έναν βίαιο άνδρα που θεωρεί τον εαυτό του θύμα. Η Warner Bros. απάντησε ότι ούτε η ταινία ούτε ο χαρακτήρας αποτελούν επιδοκιμασία της πραγματικής βίας και ότι ο Τζόκερ δεν προτείνεται ως ήρωας. [8]
Η σοβαρότερη κριτική προς το έργο αφορά την αισθητική του δύναμη. Ο χορός, η μουσική, το κοστούμι και η αποθέωση από το πλήθος μπορούν να δημιουργήσουν αίσθηση θριάμβου εκεί όπου η ιστορία περιγράφει μια καταστροφή. Η επιφύλαξη αυτή έχει βάρος, ακόμη και για έναν θεατή που θαυμάζει την ταινία.
Ταυτόχρονα, η κινηματογραφική εγγύτητα με έναν χαρακτήρα δεν συνιστά αυτόματα ηθική συμφωνία μαζί του. Το ενδιαφέρον του «Joker» βρίσκεται στην προσπάθεια να μας κρατήσει κοντά στον Άρθουρ ενώ η δυνατότητα ταύτισης διαλύεται. Η δυσφορία που γεννιέται είναι μέρος της εμπειρίας του.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ερώτημα του βάθους της κοινωνικής του κριτικής. Η ταινία αποδίδει με εντυπωσιακή ένταση το αίσθημα της εγκατάλειψης, αλλά συμπυκνώνει πολλές διαφορετικές αιτίες μέσα σε μία ατομική διαδρομή. Η Γκόθαμ διαθέτει θυμό και ταξικές αντιθέσεις· η συλλογική της εξέγερση παραμένει περισσότερο εικόνα έκρηξης παρά συγκροτημένη πολιτική πρόταση.
Αυτό το όριο αξίζει να αναγνωριστεί. Η ισχύς του έργου βρίσκεται κυρίως στη δραματοποίηση ενός αισθήματος και στην ερμηνεία που το ενσαρκώνει.

Από την οθόνη στους δρόμους
Το φθινόπωρο του 2019, μάσκες και μακιγιάζ εμπνευσμένα από τον Τζόκερ εμφανίστηκαν σε διαδηλώσεις, μεταξύ άλλων στον Λίβανο και στη Χιλή. Οι σχετικές εικόνες καταγράφηκαν από διεθνή μέσα ενημέρωσης και έδειξαν πόσο γρήγορα ο χαρακτήρας μπορούσε να ενταχθεί σε διαφορετικά συμφραζόμενα διαμαρτυρίας. [9]
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία προκάλεσε τα κινήματα ή ότι οι διαδηλωτές υιοθέτησαν τις πράξεις του Άρθουρ. Μια κινηματογραφική εικόνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά, για να δηλώσει θυμό, αποκλεισμό ή άρνηση συμμόρφωσης. Η δημόσια χρήση της απομακρύνεται συχνά από τις προθέσεις και τις αντιφάσεις του έργου που τη γέννησε.
Μέσα στην ταινία συμβαίνει κάτι ανάλογο: το πλήθος αποδίδει στον Άρθουρ έναν ρόλο μεγαλύτερο από τις προθέσεις του. Στο πρόσωπό του βρίσκει μια μορφή για τη δική του οργή. Η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο σύμβολο γίνεται ένα από τα πιο σκοτεινά θέματα του φινάλε.

Ο Χρυσός Λέοντας και το στοίχημα που κέρδισε το Χόλιγουντ
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2019, πριν από την εμπορική κυκλοφορία, το «Joker» κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο 76ο Φεστιβάλ Βενετίας, από την κριτική επιτροπή με πρόεδρο τη Λουκρέσια Μαρτέλ. Η διάκριση το τοποθέτησε στο επίκεντρο της κινηματογραφικής συζήτησης πολύ πριν αποδειχθεί η εισπρακτική του δυναμική. [10)
Η συνύπαρξη φεστιβαλικής αναγνώρισης, οσκαρικής επιτυχίας και τεράστιων εισπράξεων υπήρξε το ιδιαίτερο βιομηχανικό του επίτευγμα. Έδειξε ότι ένας πασίγνωστος χαρακτήρας κόμικ μπορούσε να στηρίξει μια αυτοτελή ταινία με αργή συσσώρευση έντασης, περιορισμένη έμφαση στη δράση και απόλυτη εξάρτηση από την ερμηνεία του πρωταγωνιστή.
Βεβαίως, η αναγνωρισιμότητα του Τζόκερ αποτελούσε ισχυρό εμπορικό πλεονέκτημα. Το έργο δεν ξεκίνησε χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Αξιοποίησε, όμως, αυτό το πλεονέκτημα για να οδηγήσει ένα μαζικό κοινό σε μια πολύ δυσάρεστη ιστορία. Εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό ρίσκο που δικαιώθηκε.

Ο Φίνιξ για τον Άρθουρ: η εξάντληση, η αμφιθυμία και η χαρά της ανακάλυψης
Πόσο επηρέασε τον Χοακίν Φίνιξ αυτή η διαδρομή; Οι δικές του μαρτυρίες περιγράφουν μια απαιτητική σωματική μεταμόρφωση και μια δημιουργική εμπειρία γεμάτη αντιφάσεις.
Στη συνέντευξη Τύπου της Βενετίας το 2019, συνέδεσε τη μεγάλη απώλεια βάρους με αλλαγές στην ψυχολογία του. Παράλληλα, εξήγησε ότι τον ενδιέφερε το «φως του Άρθουρ»: η προσπάθειά του να βρει ευτυχία, ανθρώπινη επαφή και αγάπη. Η αναζήτηση αυτών των στοιχείων ήταν ουσιώδης για τον τρόπο που προσέγγισε τον χαρακτήρα. [11]
Μιλώντας στο Associated Press στις 30 Σεπτεμβρίου 2019, περιέγραψε αναλυτικότερα το κόστος της απώλειας περίπου 23,6 κιλών. Η καθημερινή προσήλωση ακόμη και στις μικρότερες μεταβολές της ζυγαριάς είχε γίνει εμμονική. Περίμενε ότι θα ένιωθε πείνα, αδυναμία και ευαλωτότητα. Τον εξέπληξε, όμως, μια διαφορετική αίσθηση ευλυγισίας: ανακάλυψε κινήσεις που προηγουμένως δεν μπορούσε να κάνει, οι οποίες τροφοδότησαν τη σωματική έκφραση του Άρθουρ. [12]
Η σχέση του με τον ήρωα παρέμενε αμφίθυμη. «Κάποιες φορές ένιωθα συμπόνια. Άλλες φορές ένιωθα αποστροφή», ανέφερε στο Time Out, σε ελληνική μετάφραση. Αναγνώριζε το τραύμα του χαρακτήρα, αλλά ενοχλούνταν από τη συμπεριφορά και την αυτολύπη του. Στην ίδια συνέντευξη υπερασπίστηκε την ασάφεια της ταινίας: τον ενδιέφερε ένα έργο που αφήνει το κοινό να σκεφτεί, χωρίς να του υπαγορεύει διαρκώς τι πρέπει να αισθάνεται. [13]
Αυτή η αμφιθυμία φωτίζει και την ερμηνεία. Ο Φίνιξ μπορούσε να πλησιάζει τον Άρθουρ χωρίς να τον θεωρεί συμπαθή σε κάθε στιγμή. Η τρυφερότητα, η ενόχληση και ο τρόμος συνυπάρχουν, όπως συνυπάρχουν και στην εμπειρία του θεατή.
Ωστόσο, η δουλειά είχε και έντονη δημιουργική χαρά. Στο Associated Press εξήγησε ότι οι διαφορετικές εκδοχές κάθε σκηνής τον κρατούσαν σε συνεχή αναζήτηση και ότι απολάμβανε αυτή την ελευθερία πειραματισμού. [12]
Από αυτές τις δηλώσεις προκύπτει ότι ο ρόλος τον επηρέασε σωματικά, ψυχολογικά και καλλιτεχνικά κατά την προετοιμασία και τα γυρίσματα. Δεν τεκμηριώνεται, όμως, από τις συγκεκριμένες συνεντεύξεις ότι του προκάλεσε μόνιμη ψυχική βλάβη ή ότι αδυνατούσε να αποχωριστεί τον χαρακτήρα μετά το τέλος της δουλειάς. Η δική του περιγραφή είναι πιο σύνθετη: εξάντληση και ανασφάλεια, μαζί με την απόλαυση της ανακάλυψης.

Πίσω από το μακιγιάζ: επτά trivia από τη δημιουργία του «Joker»
1. Έκανε «ακρόαση» για το γέλιο, ενώ είχε ήδη πάρει τον ρόλο. Ο Φίνιξ εξασκούνταν μόνος του και ζήτησε από τον Φίλιπς να τον ακούσει, επειδή ήθελε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το αποδώσει μπροστά σε άλλον άνθρωπο. Ο σκηνοθέτης τού υπενθύμισε ότι ο ρόλος ήταν ήδη δικός του. [11]
2. Το τετράδιο του Άρθουρ βοήθησε να γεννηθεί ο χαρακτήρας. Στην προετοιμασία δόθηκε στον ηθοποιό ένα άδειο ημερολόγιο αστείων. Αρχικά δυσκολευόταν να το γεμίσει· στη συνέχεια, η γραφή έγινε ουσιαστικό εργαλείο εξερεύνησης του Άρθουρ. [11]
3. Η σκηνή με το ψυγείο αιφνιδίασε το συνεργείο. Ο Λόρενς Σερ αποκάλυψε στο /Film ότι δεν γνώριζαν πως ο Φίνιξ θα έμπαινε μέσα στο ψυγείο. Είχαν στηθεί δύο θέσεις κάμερας, αφήνοντάς του χώρο να αυτοσχεδιάσει πάνω στην αϋπνία του χαρακτήρα. Η απρόβλεπτη κίνησή του κατέληξε σε μία από τις πιο αινιγματικές εικόνες της ταινίας. [14]
4. Ένα παλιό χορευτικό έδωσε στον Τζόκερ τη στάση του. Ο Φίνιξ ανέφερε ως βασική επιρροή τον Ρέι Μπόλτζερ στο «The Old Soft Shoe». Ξεχώρισε την έπαρση των κινήσεων και το ανασηκωμένο πιγούνι, με τη βοήθεια του χορογράφου Μάικλ Άρνολντ. [12]
5. Η αγαπημένη του σκηνή έμεινε έξω από την ταινία. Κατά τον Φίνιξ, μια σκηνή που ο ίδιος και ο Φίλιπς θεωρούσαν κορυφαία δεν επιβίωσε στο μοντάζ. Ακόμη και στην εκπομπή του Μάρεϊ, επιλέχθηκε λήψη που αρχικά εκτιμούσε λιγότερο, επειδή ταίριαζε καλύτερα στο σύνολο. [12]
6. Το τηλεοπτικό πλατό είχε πραγματικό πρότυπο. Ο σκηνογράφος Μαρκ Φρίντμπεργκ εξήγησε στο Architectural Digest ότι οι πολύχρωμες κουρτίνες της εκπομπής του Μάρεϊ παρέπεμπαν στο «The Tonight Show» του Τζόνι Κάρσον. Η οικειότητα του σκηνικού ενισχύει την αναστάτωση όταν η εκπομπή εκτροχιάζεται. [15]
7. Η επίθεση στο μετρό γυρίστηκε με βαγόνι σε στούντιο. Όπως εξήγησε ο Σερ, η παραγωγή χρησιμοποίησε πραγματικό βαγόνι σε ελεγχόμενο χώρο, με φωτισμούς και πάνελ LED που δημιουργούσαν την εντύπωση της διαδρομής. Έτσι μπορούσε να μεταβάλλει το φως ακριβώς στα σημεία όπου κλιμακωνόταν η ένταση. [14]

Το χαμόγελο που μένει
Στο τέλος, ο Άρθουρ αποκτά το κοινό που ονειρευόταν. Η αναγνώριση έρχεται μέσα στο χάος, φορτωμένη με τη βία που έχει προηγηθεί. Η εκπλήρωση της επιθυμίας του μοιάζει με την πιο οριστική του απώλεια.
Γι’ αυτό το «Joker» αντέχει πέρα από τα ρεκόρ του. Για την ερμηνεία του Φίνιξ, για τη μουσική που μοιάζει να αναδύεται από το σώμα του, για την ομορφιά μιας εικόνας που μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τι ακριβώς θαυμάζουμε. Και για την επιμονή του να παραμένει δυσάρεστο, ακόμη και όταν γίνεται συναρπαστικό.
Η τελευταία αίσθηση που αφήνει δεν είναι η δικαίωση ενός εκδικητή. Είναι το κενό ανάμεσα στην προσοχή και στη φροντίδα. Η Γκόθαμ στρέφεται επιτέλους προς τον Άρθουρ όταν εκείνος μπορεί πια να την τρομοκρατήσει. Όσο ζητούσε να τον ακούσει, τον προσπερνούσε.
Και αυτή είναι ίσως η πιο πικρή εικόνα της ταινίας: μια ολόκληρη πόλη να χειροκροτεί έναν άνθρωπο που κανείς της δεν έμαθε να ακούει.

Πηγές τεκμηρίωσης
Οι ερμηνευτικές παρατηρήσεις αποτελούν κριτική ανάγνωση της ταινίας. Οι ακόλουθες πηγές τεκμηριώνουν ημερομηνίες, εισπράξεις, βραβεία, στοιχεία δημιουργίας και δημόσια υποδοχή.
- Screen Daily — επιβεβαιωμένες εισπράξεις πρώτου τριημέρου, 96,2 εκατ. δολάρια
- Guinness World Records — πρώτη ταινία R με παγκόσμιες εισπράξεις άνω του 1 δισ.
- La Biennale — επίσημη παρουσίαση και συντελεστές
- Ακαδημία — Όσκαρ 2020 και ανακοίνωση υποψηφιοτήτων
- Filmmaker Magazine — συνέντευξη του διευθυντή φωτογραφίας Λόρενς Σερ
- Awards Daily — συνέντευξη της Χίλντουρ Γκουντναντότιρ
- Reuters / The Peninsula — οι σκάλες του Μπρονξ ως κινηματογραφικό αξιοθέατο
- TIME — η αντιπαράθεση για την ταινία και η απάντηση της Warner Bros.
- Euronews — η χρήση της εικόνας του Τζόκερ στις διαδηλώσεις
- La Biennale — επίσημα βραβεία 76ου Φεστιβάλ Βενετίας
- I AM FILM — δηλώσεις Φίνιξ και Φίλιπς στη συνέντευξη Τύπου της Βενετίας, 2019
- Associated Press / CityNews — συνέντευξη Φίνιξ για βάρος, χορό και γυρίσματα, 30/9/2019
- Time Out — συνέντευξη Χοακίν Φίνιξ, 1/10/2019
- /Film — συνέντευξη Λόρενς Σερ, 23/10/2019
- Architectural Digest — συνέντευξη σκηνογράφου Μαρκ Φρίντμπεργκ, 4/10/2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου