Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Τζίνα Λολομπριτζίντα: Ήταν η Μόνα Λίζα του εικοστού αιώνα

 

Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ είχε τόσο θαμπωθεί από τη γοητεία της που είχε πει πως «κάνει τη Μέριλιν Μονρόε να μοιάζει με τη Σίρλεϊ Τεμπλ»

Τζίνα Λολομπριτζίντα: Ήταν η Μόνα Λίζα του εικοστού αιώναΤζίνα Λολομπριτζίντα (1927-2023), το κορίτσι από τη μικρή μεσαιωνική πόλη της ιταλικής εξοχής, που σκαρφάλωσε στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά. Στις αρχές του ’70, ύστερα από περίπου εξήντα ταινίες και δύο δεκαετίες μπροστά από την κάμερα, διάλεξε μια δεύτερη καριέρα πίσω από αυτήν, ως φωτορεπόρτερ. [A.P. Photo/Girolamo di Majo] 

Tην είχαν χαρακτηρίσει «Μόνα Λίζα του εικοστού αιώνα». Η Τζίνα Λολομπριτζίντα έφυγε στα 95 της χρόνια, στις 16 Ιανουαρίου, στη Ρώμη. Το άστρο της έλαμψε εκτυφλωτικά για δύο δεκαετίες, ’50 και ’60, και όρισε ένα αξεπέραστο στάνταρ αιώνιας γυναικείας γοητείας.

Γεννήθηκε το 1927 σε μια ιστορική κωμόπολη στα ανατολικά περίχωρα της Ρώμης, το Σουμπιάκο, και από την παιδική της ηλικία ζωγράφιζε και τραγουδούσε. Ονειρευόταν να γίνει σοπράνο της όπερας και να παίξει ρόλους του Πουτσίνι – ήδη από τα επτά της έπαιζε με ερασιτεχνικό θεατρικό θίασο και συμμετείχε στην τοπική εκκλησιαστική χορωδία. Κατά τον πόλεμο, όταν είχε έρθει στην πόλη ο διάσημος βαρύτονος Τίτο Γκόμπι για μια συναυλία, έκανε ντουέτο μαζί του και τραγούδησε μια άρια από την «Τόσκα». Ηταν μια πρώτη στιγμή δημόσιου θριάμβου για τη μελλοντική σταρ.

Προς το τέλος του πολέμου, την άνοιξη του 1944, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το Σουμπιάκο και οι βόμβες των Συμμάχων έπεφταν τριγύρω, η οικογένειά της εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε στη Φλωρεντία και έπειτα στο Τόντι της Ούμπρια. Εκεί, είχε μία ακόμη σημαντική στιγμή στα παρθενικά βήματα της καριέρας της, παίζοντας στη θεατρική κωμωδία «Σανταρελίνα». Η ίδια παράσταση δόθηκε και στη γειτονική πόλη Μόντε Καστέλο ντι Βίμπιο, σε έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο, το «Τεάτρο Κονκόρντια», την πιο μικρή αίθουσα όπερας στην Ιταλία και ίσως, όπως λέγεται, το «πιο μικρό θέατρο στον κόσμο». Στο διαμάντι αυτό των μοναχά 99 θέσεων, μικρογραφία των μεγάλων ιταλικών ναών του μελοδράματος, ξεπήδησε η μεγάλη ντίβα του ιταλικού σινεμά.

Την ίδια χρονιά, η δεκαοκτάχρονη «Τζινέτα», όπως τη φώναζαν χαϊδευτικά, εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου για να κερδίζει τα προς το ζην ζωγράφιζε πορτρέτα για Αμερικανούς στρατιώτες ενώ παράλληλα σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. «Ξέρω πώς είναι να πεινάς, ξέρω πώς είναι να χάνεις το σπίτι σου», θα έλεγε πολλά χρόνια μετά. Τότε άρχισαν να την εντοπίζουν σκηνοθέτες και παραγωγοί και να της προτείνουν επίμονα ρόλους σε ταινίες. Αρχικά ήταν αδιάφορη. Επτά χρόνια μετά όμως, το 1953, είχε ήδη παίξει σε πάνω από είκοσι ευρωπαϊκές ταινίες. Και ενώ η Ιταλία ξαναζωντάνευε μετά τα δεινά του φασισμού, εκείνη γινόταν το πρόσωπο της «ντόλτσε βίτα», ένα σύμβολο αναγέννησης μέσα στα συντρίμμια του πολέμου, μια υπενθύμιση όλων των ηδονών της ζωής που είχε κλέψει ο πόλεμος από τους ανθρώπους.

Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία της ήταν το «Πιο δυνατός από τον διάβολο» του Τζον Χιούστον, όπου υποδυόταν τη σύζυγο του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Την επόμενη χρονιά, το πρόσωπό της γέμισε με τη μεσογειακή του λάμψη το εξώφυλλο του περιοδικού Time. Ηταν η εποχή που ο Αμερικανός επιχειρηματίας και κινηματογραφικός παραγωγός Χάουαρντ Χιουζ είχε αποκτήσει μια επιθετική, κτητική εμμονή γι’ αυτήν και την είχε πάρει μαζί του στο Λος Αντζελες, δελεάζοντάς τη με πολυετές συμβόλαιο. Η ίδια, όμως, δεν ενέδωσε στις ορέξεις του, παραμένοντας πιστή στον σύζυγό της, τον Σλοβάκο γιατρό Μίλκο Σκόφιτς, τον οποίο είχε παντρευτεί το 1949.

Σύντομα η πορεία της στο σινεμά εκτοξεύθηκε στα ουράνια: το 1956 εμφανίστηκε δίπλα στους Μπαρτ Λάνκαστερ και Τόνι Κέρτις στο «Βαριετέ» (Trapeze) αλλά και στον Αντονι Κουίν στον «Κουασιμόδο», ενώ το 1959 πρωταγωνίστησε στο βιβλικό έπος «Ο Σολομών και η βασίλισσα της Σίβα» με τον Γιουλ Μπρίνερ. Το 1961 ήρθε η μεγάλη διεθνής αναγνώριση με τη Χρυσή Σφαίρα που κέρδισε παίζοντας με τον Ροκ Χάτσον στο «Ραντεβού κάθε Σεπτέμβρη».

Το κορίτσι από τη μικρή μεσαιωνική πόλη της ιταλικής εξοχής ήταν πια σκαρφαλωμένο στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά. Και παρόλο που το Χόλιγουντ τη γοήτευε, πάντα προτιμούσε να διαλέγει ρόλους σε ευρωπαϊκές παραγωγές δίπλα σε κορυφαίους Ευρωπαίους πρωταγωνιστές όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν ή ο Ιβ Μοντάν.

Στις αρχές του ’70, μετά περίπου εξήντα ταινίες και δύο δεκαετίες μπροστά από την κάμερα, διάλεξε μια δεύτερη καριέρα πίσω από αυτήν, ως φωτορεπόρτερ. Το 1973 πήγε στην Κούβα και εξασφάλισε αποκλειστική συνέντευξη με τον Φιντέλ Κάστρο, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με φωτογραφίες της, με τίτλο «Η Ιταλία μου» (Italia Mia). «Είτε το πιστεύετε είτε όχι, δεν εκμεταλλεύεται το όνομά της – βγάζει αληθινά καλές φωτογραφίες», είχαν γράψει ο New York Times. Το βιβλίο κέρδισε το γαλλικό βραβείο Nadar για το καλύτερο φωτογραφικό βιβλίο της χρονιάς. Ενα άλλο πάθος της ήταν τα κοσμήματα, τα οποία συνέλεγε μεθοδικά, ταξιδεύοντας συχνά ανά τον κόσμο για να τα αποκτήσει. Τελικά, το 2003 τα πούλησε για πέντε εκατομμύρια δολάρια, τα οποία δώρισε στην έρευνα για τη θεραπεία με βλαστοκύτταρα.

Η «εθνική Τζίνα» (Gina nazionale), όπως την αποκαλούσαν οι συμπατριώτες της, είχε επίγνωση της μεγάλης γοητείας της με έναν απενοχοποιημένο, γλυκύτατο ναρκισσισμό. «Ηξερα πως ο Ροκ Χάτσον ήταν γκέι, αφού δεν με είχε ερωτευτεί», είχε πει μετά τα γυρίσματα του «Βαριετέ». Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ είχε τόσο θαμπωθεί από τη γοητεία της που είχε πει πως «κάνει τη Μέριλιν Μονρόε να μοιάζει με τη Σίρλεϊ Τεμπλ», ενώ για τον γνωστό ανταγωνισμό που είχε με τη Σοφία Λόρεν, η ίδια είχε πει πως «αυτή παίζει τις χωριάτισσες ενώ εγώ τις κυρίες». Και όμως, βλέποντάς την σε ρόλο χωριατοπούλας σε μια φωτογραφία από τα γυρίσματα του «Nόμου» του Ζυλ Ντασσέν, φαίνεται λες και η ιταλική επαρχία να ήταν το φυσικό της περιβάλλον. Δεν υπάρχει τίποτε αστικό στη γυμνή, ανεπιτήδευτη φυσική γοητεία της και την ίδια φωτιά που βάζει στη μικρή ιταλική πόλη του «Νόμου», βάζει και στο κέντρο του Παρισιού, μπροστά στην Παναγία των Παρισίων, στον διάσημο χορό της ως τσιγγάνα Εσμεράλδα στον «Κουασιμόδο». Βλέποντας κάποιος εκείνη τη χορογραφία που κάνει μέσα στο κόκκινο φόρεμά της, δεν χρειάζονται λόγια για να εξηγήσουν γιατί ήταν, όπως την έλεγαν, η «ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο».

kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου